Χρειάζεται ισχυρή επανεκκίνηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας - Για να πετύχουμε χρειάζεται να βάλουμε πλάτη όλοι: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις - Υπέρτατο εθνικό καθήκον να διαφυλάξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας
συνέντευξη στον Βασίλη Zήρα
Ο χρόνος που έχει η Ελλάδα για να πείσει την Ευρωζώνη και τις αγορές ότι μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους της τελειώνει, προειδοποιεί ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γιώργος Προβόπουλος, και καλεί τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις να συμβάλλουν στην προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Ο κ. Προβόπουλος ασκεί εμμέσως κριτική στην κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι υπήρξαν καθυστερήσεις και παραλείψεις στην υλοποίηση του Μνημονίου που έπληξαν την αξιοπιστία της χώρας και ενίσχυσαν την αβεβαιότητα. Επίσης, τονίζει ότι το Μεσοπρόθεσμο σχέδιο δεν δίνει επαρκή έμφαση στον περιορισμό των δαπανών, ενώ η επιβάρυνση των φορολογουμένων έχει εξαντλήσει τα όριά της. Αναφερόμενος εμμέσως στην αντιπολίτευση επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και η συντήρηση τέτοιων ψευδαισθήσεων υπονομεύει την προσπάθεια για έξοδο από την κρίση.
Το Μνημόνιο απέτυχε ή δεν εφαρμόστηκε;
Κατ’ αρχάς η Συμφωνία απέτρεψε τη χρεοκοπία, η οποία τον Απρίλιο του 2010 θα ήταν αναπόφευκτη. Από την άλλη πλευρά δεν εφαρμόσθηκαν βασικοί όροι που αποδυνάμωσαν σοβαρά το συνολικό αποτέλεσμα. Πώς μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι απέτυχε κάτι το οποίο εφαρμόστηκε μόνο αποσπασματικά; Χωρίς να θέλω να αγνοήσω ή και να υποβαθμίσω τα όποια θετικά βήματα, θα θυμίσω ότι το κράτος δεν περιορίσθηκε όσο έπρεπε, ιδιωτικοποιήσεις δεν έχουν καν ξεκινήσει, άχρηστοι και κοστοβόροι οργανισμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, ορισμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες δεν υλοποιήθηκαν και έμειναν στα χαρτιά... Οι καθυστερήσεις και οι παραλείψεις έπληξαν και πάλι την αξιοπιστία της χώρας, με αποτέλεσμα νέα έξαρση της αβεβαιότητας και αυξημένη δυσπιστία των αγορών και των εταίρων - δανειστών μας. Η κλεψύδρα έχει φτάσει πια πολύ κοντά στο τέλος. Γι’ αυτό και πρέπει να αντιδράσουμε άμεσα και δυναμικά. Η υιοθέτηση του πλαισίου δημοσιονομικής προσαρμογής είναι το πρώτο βήμα. Αλλά δεν αρκεί. Οπως έχω τονίσει ήδη από τις αρχές Απριλίου, χρειάζεται μια ισχυρή επανεκκίνηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, που θα καλύψει γρήγορα τις υστερήσεις και θα της δώσει ορμή. Τώρα πρέπει να πείσουμε με πράξεις ότι η Ελλάδα δεν θέλει να αυτοκαταστραφεί. Να φύγουμε από τη ρητορεία και να πάμε στη μεταρρυθμιστική δράση.
"αν από το 2000 μέχρι το 2010 δεν είχε αυξηθεί η απασχόληση
στον δημόσιο τομέα και οι μισθολογικές προσαρμογές στο Δημόσιο
δεν υπερέβαιναν τον πληθωρισμό, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν κατά 31 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο"
Πολλοί υποστηρίζουν ότι εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής σε μια οικονομία σε ύφεση, το αποτέλεσμα είναι να βυθίζεται ακόμη περισσότερο στην ύφεση. Συμφωνείτε;
Η κρίση που περνάμε σήμερα αντανακλά το ναυάγιο ενός οικονομικού προτύπου που δεν μπορούσε να διατηρηθεί άλλο. Το πρότυπο αυτό βασίσθηκε στην τεχνητή επέκταση της ευημερίας με δανεικά και ήταν ευρύτατα αποδεκτό από την κοινωνία. Το κόστος που καλούμεθα σήμερα να καταβάλουμε αποτελεί το κόστος πράξεων και παραλείψεων του παρελθόντος. Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν είναι η βασική αιτία της ύφεσης, μολονότι την επιτείνει πρόσκαιρα. Σε κάθε περίπτωση όμως αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την υγιή εκκίνηση της ανάπτυξης. Οπως έχει δείξει και η διεθνής εμπειρία, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, όσο διατηρούνται μεγάλα δημόσια ελλείμματα και χρέη και ταυτόχρονα ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Οφείλουμε λοιπόν να κινηθούμε συντεταγμένα, γρήγορα και αποφασιστικά προς μια κατεύθυνση διαφορετική από αυτή που ακολουθήσαμε στο παρελθόν και που οδηγούσε σε ελλείμματα, στον αέναο δανεισμό και στον κρατισμό, σε όλα αυτά δηλαδή που μας έφεραν στο χείλος του γκρεμού. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στο παρελθόν. Και φυσικά για να πετύχουμε χρειάζεται να βάλουμε πλάτη όλοι: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις.








