Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

H «ιδρυτική διακήρυξη» της «Σπίθας» και γιατί πρέπει να διαβαστεί

της Άννας Φραγκουδάκη, Athens Review of Books, Μάρτιος 2011, από το "political review"


Ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοίνωσε την ίδρυση πολιτικού φορέα με την επωνυμία «Σπίθα»: Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών, σε δημόσιες εκδηλώσεις (1.12.2010 και 17.1.2011), όπου και μοιράστηκε η «ιδρυτική διακήρυξη» της κίνησης, μικρό βιβλίο 48 σελίδων, που παράλληλα αναρτήθηκε στο διαδίκτυο[1] και επίσης δημοσιεύθηκε ολόκληρο (παράξενο για εφημερίδα) στην Ελευθεροτυπία 4.12.2010. 

Αυτή η διακήρυξη πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί. Όλα δείχνουν ότι κανένας δεν τη διάβασε μέχρι τώρα και αυτό είναι πολιτικά επικίνδυνο. Φαίνεται ότι δεν τη διάβασαν οι δημοσιογράφοι[2]. Εάν, για παράδειγμα, την είχε διαβάσει ο συντάκτης του σύντομου στην Ελευθεροτυπία σημειώματος που προλογίζει τη μακροσκελέστατη για εφημερίδα δημοσίευσή της, θα δίσταζε να ονομάσει τη διακήρυξη «υποθήκη» και μάλιστα για «κάθε Έλληνα και για κάθε άνθρωπο όπου γης»[3]. Τα λοιπά σύντομα σημειώματα στον Τύπο μνημονεύουν από τα περιεχόμενα της ιδρυτικής διακήρυξης μόνο την καταγγελία της κυβέρνησης και του μνημονίου, την «ανυπακοή» που προτείνει για να μην περάσουν τα σχετικά μέτρα, και αναπαράγουν μια φράση περί «σπίθας» που φαίνεται την εξέλαβαν σαν ποιητική.

Κατά τα άλλα αναφέρονται στον Μίκη Θεοδωράκη και τα χαρίσματά του, σε μεγάλη συμμετοχή, ενθουσιασμό και χειροκροτήματα. Είναι φανερό ότι θα πρέπει στις εκδηλώσεις να κυριάρχησε η γοητεία που ασκεί στα πλήθη ο διάσημος συνθέτης. Θα πρέπει να επικράτησαν μεμονωμένες λέξεις/αξίες που ασκούν μαγεία ιδίως όταν τις λέει ο λαοφιλής μουσικός που τις τραγούδησε τόσες δεκαετίες με τόσο συγκινητικό τρόπο: ο λαός και το δίκιο του, η ελευθερία, η ανεξαρτησία, η εθνική περηφάνια... Με άλλα λόγια θα πρέπει να κυριάρχησε η μαγεία και όχι η πολιτική κρίση.

Αυτή η διακήρυξη πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί. Οι δύσκολες ώρες όπως οι περίοδοι κρίσης δεν μπορούν προφανώς σε μια κοινωνία να ξεπεραστούν «τραγουδώντας», δηλαδή χωρίς πολιτικό σχέδιο για το τι θα γίνει εάν τυχόν πετύχει η διάλυση της συνταγματικής νομιμότητας που προτείνει η διακήρυξη. Η περιβόητη «ανυπακοή» (που δεν εφευρέθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη) παραπέμπει σε συμπεριφορές άτακτων παιδιών απέναντι στον πατέρα κράτος, με χειρότερο παραπληρωματικό νόημα την ανευθυνότητα που αποδίδεται στα παιδιά ως ανήλικα για τις συνέπειες της «ανυπακοής». Ο συνδυασμός που προκύπτει από την ανυπακοή με αυτή τη σημασία μαζί με τη μαγεία του μεγάλου συνθέτη όταν διευθύνει το πλήθος που τραγουδάει είναι συνδυασμός πολύ επικίνδυνος, καθώς τα προβλήματα είναι μεγάλα, η οικονομική κρίση απειλητική και η κρίση των ιδεών και της πολιτικής βαθιά.

Βέβαια δεν έπρεπε να έχει καθόλου υπάρξει αυτός ο συνδυασμός. Θα μπορούσε η άσβεστη αγωνιστική διάθεση του Μίκη Θεοδωράκη να προσφέρει πολλά άλλα πολύτιμα. Το μουσικό του έργο ανήκει στο πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας και είναι κληρονομιά για τις νέες γενιές. Δεν έπρεπε να εκμεταλλευτεί τόσο άκριτα αυτό το έργο ούτε «την αγάπη όλων των Ελλήνων» (που μνημονεύει το κείμενο). Όμως δεν είναι μόνος σε αυτή την «κίνηση». Η διακήρυξη αναφέρει «συνεργάτες και φίλους» που αποτελούν την «Επιτροπή Πρωτοβουλίας». Επίσης η διακήρυξη ολοφάνερα δεν είναι γραμμένη από έναν άνθρωπο αλλά αποτελείται από κομμάτια δυο ή τριών συγγραφέων. Οι «συνεργάτες» που συνέβαλαν στην πολιτική πρωτοβουλία και στη συγγραφή της διακήρυξης αδιαφόρησαν τελείως για τον Μίκη Θεοδωράκη[4]. Το κείμενο που δημοσιοποιήθηκε είναι σε όλα αδιανόητο. Οι «συνεργάτες» συνεπώς εκμεταλλεύτηκαν την αίγλη του μεγάλου συνθέτη. Και πέτυχαν το ανεπίκαιρο και βαθιά λυπηρό για τη χώρα στραπατσάρισμα της δημόσιας εικόνας του.

Αν συνόψιζε κανείς τη διακήρυξη σε λίγες αράδες, θα υπογράμμιζε το εξής ακατανόητο για κείμενο που δημοσιοποιείται ως πρόταση «πολιτική»: παρουσιάζει τα πολιτικά γενόμενα, ελληνικά και διεθνή (τις κυβερνητικές πολιτικές, την εξωτερική πολιτική των κρατών) να πηγάζουν όχι από αίτια πολιτικά, οικονομικά ή στρατηγικά, αλλά από κακές προθέσεις και μοχθηρά αισθήματα όσων ονομάζει πολιτικούς αντιπάλους και εθνικούς «εχθρούς». Η οργή αντικαθιστά την ανάλυση και οι βεβαιωτικοί ισχυρισμοί την τεκμηρίωση. Όλα τούτα καταλήγουν σε κάτι σαν σενάριο αφελούς αστυνομικής ταινίας με ήρωες απεχθείς «κακούς».

 Η πρόταση για τη δημιουργία «Κίνησης»
 
Η διακήρυξη ξεκινάει με τη δήλωση ότι «δεν» αποσκοπεί στο «σχηματισμό κόμματος» ούτε όμως «οργανωμένου λαϊκού κινήματος» και καταλήγει σε μια πρόταση που κάνει ακατανόητο σε τι αποσκοπεί. Προτείνει (α) να σχηματιστούν «ανεξάρτητες Επιτροπές Πρωτοβουλίας», «ανεξάρτητα και μακριά από το υπάρχον πολιτικό-κομματικό κατεστημένο, με επίκεντρο τον ανεξάρτητο πολίτη» και (β) αργότερα, σε ένα «μελλοντικό στάδιο» να αποχτήσουν επαφή μεταξύ τους και να «συντονιστούν». Στόχο των επιτροπών προτείνει: «την ενημέρωση, τον προβληματισμό αλλά και τη δραστηριοποίηση και την πραγματοποίηση παρεμβάσεων», ενώ στο μελλοντικό στάδιο αφού «συντονιστούν»: «να φτάσουμε στο επίπεδο δημιουργίας Επιτροπών Πρωτοβουλίας που να καλύπτουν ένα τομέα εργασίας, μια σχολή, μια συνοικία, μια πόλη, ακόμα και μια περιοχή»[5].

 Η μεγάλη ασάφεια της οργανωτικής πρότασης θα πρέπει να οφείλεται στην αντίληψη περί «ανεξαρτησίας» που επικαλείται το «Κίνημα Ανεξάρτητων Πολιτών», καθώς απευθύνεται στους «ανεξάρτητους» πολίτες και προτείνει «ανεξάρτητες επιτροπές πρωτοβουλίας», όχι μόνο «ανεξάρτητα» αλλά και «μακριά» από όχι μόνο το «κομματικό» αλλά και το «πολιτικό» (;) κατεστημένο, με «επίκεντρο (;) τον ανεξάρτητο πολίτη». Η ακόμα ασαφέστερη πρόταση τι να κάνουν αυτές οι επιτροπές («ενημέρωση, προβληματισμό, δραστηριοποίηση και πραγματοποίηση παρεμβάσεων») είναι ακατανόητο πού οφείλεται, εφόσον μάλιστα η διακήρυξη κηρύττει την άμεση «σωτηρία» της Ελλάδας.

 Η πολιτική ανάλυση της «Σπίθας»: οι «εχθροί του λαού»
 
Στόχος της Κίνησης είναι να σωθεί η Ελλάδα από την οικονομική κρίση, το ΔΝΤ, την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την εθνική ταπείνωση, τέλος από την «αποδόμηση του εθνικού, ιστορικού και παραδοσιακού μας χαρακτήρα». Έχει μια διττή λογική: ποιος φταίει για όλα τα δεινά της χώρας και τι πρέπει να γίνει. Ας αρχίσουμε από το ποιος φταίει.
Φταίνε οι ελληνικές κυβερνήσεις τόσο διαχρονικά όσο και σήμερα. Μολονότι αυτό επαναλαμβάνεται, είναι σαφής η προτίμηση να «φταίει» η σημερινή κυβέρνηση και γενικά το ΠαΣοΚ και σαφέστατο σε όλες τις σχετικές αναφορές ότι η ΝΔ φταίει κι αυτή αλλά ασύγκριτα λιγότερο. Το πρόβλημα δεν είναι η κατανομή ευθυνών στα μεγάλα κόμματα, που στο κάτω κάτω είναι πολιτική άποψη. Πρόβλημα είναι ότι δεν καταγγέλλει την κυβέρνηση για την πολιτική της αλλά για ταπεινά αισθήματα όπως «εμπάθεια». 

Σε κραυγαλέα αντίφαση με την πρόταση «ανυπακοής» με στόχο να ακυρωθεί το μνημόνιο, καταγγέλλει την κυβέρνηση ότι «καθυστέρησε» το δανεισμό και αντί «να σπεύσει να δανειστεί» (sic), έχασε πολύτιμο χρόνο. Αυτό δεν είναι καν το χειρότερο. Ερμηνεύει την «καταστροφική» καθυστέρηση της κυβέρνησης να προσφύγει σε δανεισμό ως εξής: προσπαθούσε, λέει, «να ρίξει τα βάρη στη ΝΔ από κομματική και μόνο (sic) εμπάθεια»[6].

Μεγαλύτερος από τις ελληνικές κυβερνήσεις ένοχος για όλα τα κακά της χώρας είναι «οι εχθροί μας, οι εχθροί του Λαού και της πατρίδας μας». Κύριος εχθρός είναι οι ΗΠΑ, δεύτερος το ΔΝΤ που εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους, και ύστερα η ΕΕ, η Γερμανία και τέλος η Γαλλία. Με το ίδιο αδιανόητο για πολιτικό κείμενο σκεπτικό, αποδίδει και στους «εχθρούς» όχι πολιτικά κίνητρα αλλά κακόβουλα αισθήματα. Η εξωτερική τους πολιτική, κατά τη διακήρυξη, οφείλεται στην αλαζονεία τους και στο γεγονός ότι περιφρονούν τους «μικρούς και ασήμαντους (sic) λαούς». Η ΕΕ π.χ. ευθύνεται για τα δεινά της Ελλάδας επειδή είναι «ομάδα πλουσίων, που χάρη στις πολεμικές τους βιομηχανίες –δηλαδή την εξαγωγή του μαύρου θανάτου– έχουν κυρίαρχη οικονομική θέση που βλέπει αφ’ υψηλού τους υπόλοιπους μικρούς και ασήμαντους λαούς», όπως πρόσφατα ανακαλύφθηκε στο «πραγματικό –καθαρά δικτατορικού χαρακτήρα– πρόσωπο του ντουέτου Μέρκελ-Σαρκοζί»[7].

Μεγάλη ευθύνη φέρει το ΔΝΤ που είναι όργανο των ΗΠΑ. Αξιοσημείωτο είναι ότι το ΔΝΤ περιγράφεται να παίρνει μαθήματα από τη CIA ως εξής: όπως η CIA σε βασανιστήρια με αλλεπάλληλα ηλεκτροσόκ πετυχαίνει την αποδόμηση της προσωπικότητας και άρα τον πλήρη έλεγχο των ανθρώπων, έτσι και το ΔΝΤ προκαλεί σοκ με την οικονομική κρίση και έτσι πετυχαίνει τον έλεγχο των λαών ώστε να δεχτούν τα μέτρα λιτότητας για τα δάνεια[8].

Οι ΗΠΑ ευθύνονται διαχρονικά και αποκλειστικά για όλα τα πολιτικά γενόμενα στην Ελλάδα και την Κύπρο. Μολονότι οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες καταγγέλλονται συχνά στο κείμενο, δεν αναφέρεται η παραμικρή τους ευθύνη για πολιτικά θέματα που αποδίδονται στους «εχθρούς» με έμφαση στις ΗΠΑ. Η επιβολή π.χ. της δικτατορίας το 1967 και η επέμβαση το 1974 τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο αποδίδονται στις ΗΠΑ σαν να ήταν οι συνταγματάρχες δικτάτορες και ο αποτυχημένος μιμητής τους Σαμψών προϊόντα εισαγωγής που έστειλε κρυφά η CIA. Το αδιανόητο και εδώ δεν είναι καν αυτό, αλλά η ποιότητα των πολιτικών συλλογισμών. Όπως συστηματικά στο κείμενο η πολιτική των κρατών αποδίδεται σε κακές προθέσεις και κακόβουλα αισθήματα, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ αποδίδεται στο «μίσος» (!) των Αμερικανών εναντίον των Ελλήνων[9].

 Η πρόταση της διακήρυξης: πώς να «σωθεί» η ελληνική οικονομία

 Την προτροπή σε «ανυπακοή» για να μην περάσουν τα μέτρα του μνημονίου, αντίθετα με τα κόμματα της Αριστεράς, η διακήρυξη την αναγνωρίζει ρητά ως κατάλυση της «συνταγματικής νομιμότητας». Δεν ασχολείται ωστόσο με τις ενδεχόμενες συνέπειές της, αρκείται να της προσδώσει ηθική νομιμότητα ονομάζοντας την κυβέρνηση «ουσιαστικά μειοψηφία». Προτείνει λοιπόν «εμείς, η συντριπτική πλειονότητα των ανεξάρτητων πολιτών», να επιδείξουμε «ανυπακοή» (με κεφαλαία) ώστε να ακυρωθεί το μνημόνιο.

Με συνέπεια ακολουθώντας το σκεπτικό ότι η πολιτική λειτουργεί με συναισθήματα, δεν προτείνει πάλη κατά του μνημονίου για να ανατραπούν οι οικονομικές του επιπτώσεις αλλά για να αρθεί η εθνική ταπείνωση. Τα μέτρα ονομάζονται «προσβολή», αλλαγές που «αποφασίζει και επιβάλλει η Τρόικα προς μέγιστο εξευτελισμό της εθνικής μας αξιοπρέπειας», που «προσβάλλει τον ελληνικό λαό και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό», «μας κάνει όλους να ντρεπόμαστε», και άρα απέναντι «στην κακοήθη προσβολή που μας γίνεται» χρειάζεται η «απάντηση ενός υπερήφανου λαού». Υπάρχουν πολλές ακόμα παρόμοιες φράσεις.

Για τους παραπάνω άσχετους με την οικονομία λόγους λοιπόν πρέπει να πολεμήσουμε το μνημόνιο. Και για να «σωθεί» η Ελλάδα, ιδού τι πρέπει να γίνει μεταξύ άλλων (διαλέγω τρεις από τις πολλές προτάσεις, τις πιο, ας πούμε, εντυπωσιακές):

(α) Να εκδικηθούμε τους «εχθρούς» που μας «προσβάλλουν» με το να σταματήσουμε αμέσως «να αγοράζουμε πολεμικά όπλα από τη Γερμανία και τη Γαλλία», (β) να μιμηθούμε την Ουγγαρία που αρνήθηκε το δάνειο του ΔΝΤ και «φορολόγησε τις τράπεζες» και (γ) «να απευθυνθούμε στη Ρωσία και την Κίνα» τόσο για όπλα, γιατί υπάρχει θέμα εθνικής άμυνας, όσο και για τη λύση περίπου όλων των οικονομικών προβλημάτων της χώρας.

Παρακάμπτω ότι η πρόταση να σταματήσουμε την αγορά όπλων από τη Γερμανία και τη Γαλλία δεν στηρίζεται σε κανένα πολιτικό ή οικονομικό ή στρατηγικό επιχείρημα, αλλά είναι εκδίκηση για την «προσβολή» που μας κάνουν. Η πρόταση να μιμηθούμε την Ουγγαρία, εκτός που είναι ακατανόητο πώς συνδυάζεται με τα υπόλοιπα, κι αυτή προβάλλεται όχι ως πολιτική αλλά σαν λεβεντιά (και μάλιστα λεβεντιά που επέδειξε η ουγγρική «επάρατη (sic) δεξιά»). Η Ουγγαρία «κέρδισε το διεθνή θαυμασμό για την τόλμη της ηγεσίας της με την άρνηση της δεξιάς ουγγρικής κυβέρνησης να συνεχίσει την πολιτική της εθνικής υποτέλειας των σοσιαλιστών προκατόχων της». Και ιδού ποιο είναι το μεγάλο οικονομικό (!) κατόρθωμα της Ουγγαρίας με την απόφαση (που ομολογώ δεν γνωρίζω) να «φορολογήσει τις τράπεζες» και να αρνηθεί δάνειο από το ΔΝΤ: «Κόντεψαν να πάνε από εγκεφαλικό όλοι μαζί, η ΕΕ, το ΔΝΤ, οι τραπεζίτες και όλα τα παράσιτα και τα “λαμόγια” του χρηματοπιστωτικού συστήματος!»[10].

Για την πρόταση να αντιμετωπιστεί η οικονομική κρίση με δανεισμό από τη Ρωσία και την Κίνα, αξίζει να αναδείξουμε ότι η σφοδρή στο κείμενο αγανάκτηση για την εθνική ταπείνωση δεν αφορά τον δανεισμό τον ίδιο και τις σχετικές δεσμεύσεις. Ταπείνωση είναι η επιλογή του δανειστή. Για την καταφυγή στη Ρωσία δεν υπάρχει καμία φράση που να εξηγεί γιατί η επιλογή της δεν είναι ταπείνωση. Για την Κίνα τέτοια αιτιολόγηση εμφανίζεται περιττή, γιατί παρουσιάζεται σαν επιλογή τόσο συμφέρουσα οικονομικά που φαίνεται αυτό αναιρεί την ταπείνωση.

Η πρόταση να δανειστούμε από την Κίνα συνοψίζεται στα ακόλουθα απίστευτα. Κατά «πληροφορίες» που «κυκλοφορούν στο διαδίκτυο» (sic), η Κίνα «μας πρότεινε» (sic) «να μας ξεπληρώσει όλο το δημόσιο χρέος χωρίς αντάλλαγμα (sic)» κι ακόμα «να μας δανείσει όποιο ποσό είναι αναγκαίο για τη λειτουργία της χώρας με 1%» (sic). Και ιδού το οικονομικό «σχέδιο σωτηρίας»: «… για να ολοκληρωθεί το Σχέδιο Σωτηρίας πρέπει το συντομότερο να υπάρξει μια ολιγομελής εθνική αντιπροσωπεία με το αναγκαίο εθνικό κύρος, που θα πρέπει να επισκεφθεί άμεσα … τη Μόσχα και το Πεκίνο, για να διαπραγματευθούν: τη σύναψη δανείου με το χαμηλότερο δυνατό επιτόκιο και με εξόφληση ύστερα από 20 τουλάχιστον έτη…»[11].

Το σχέδιο οικονομικής «σωτηρίας», με άλλα λόγια, θα «ολοκληρωθεί» χάρη στην ακόμα και με τον κοινό νου τουλάχιστον αξιοπερίεργη αφιλοκέρδεια, αφιλοχρηματία και οικονομική ανιδιοτέλεια της μεγάλης παγκόσμιας δύναμης που είναι η Κίνα, η οποία, «κατά πληροφορίες στο διαδίκτυο», όχι μόνο «μας» δανείζει με 1% αλλά μας δίνει επιπλέον «χωρίς αντάλλαγμα» όσα πολλά δισ. ξεπληρώνουν «όλο το δημόσιο χρέος». Ο όποιος σχολιασμός είναι προφανώς αδύνατος.

Υπάρχουν πολλά ακόμα, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, εξίσου απίστευτα και συχνά αντικρουόμενα μεταξύ τους. Αποδέχεται π.χ. το κείμενο ότι χρειάζονται οι «βαθιές τομές» (που κάνει η σημερινή κυβέρνηση) αλλά προτείνει «ανυπακοή» για να μην περάσουν, διότι, πρώτον, έπρεπε το ΠαΣοΚ να τις έχει κάνει νωρίτερα και διότι, δεύτερον, τις κάνει μέσω της Τρόικας «προς μέγιστο εξευτελισμό της εθνικής μας αξιοπρέπειας». Σημειωτέον ότι ο αδιανόητος συλλογισμός: μολονότι απαραίτητες, οι αλλαγές δεν πρέπει να γίνουν εφόσον καθυστέρησαν, συνοδεύεται και από τη θέση ότι η ΝΔ δεν ευθύνεται, γιατί αυτή αντικειμενικά δεν μπορούσε να τις κάνει ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα. Παρόμοια παραδείγματα δεν έχουν τελειωμό. Η διακήρυξη προτείνει να «διώξουμε από την Πατρίδα μας την ξένη ακρίδα», «να αποχωρήσει» η Ελλάδα «από τον μηχανισμό στήριξης ΕΕ, ΔΝΤ και από το ΝΑΤΟ», να κάνουμε «απελευθερωτικό αγώνα» κατά των ΗΠΑ και πολλά άλλα (παρακάμπτω διάφορες ακρότητες όπως τις παλικαρίσιες προτάσεις να χρησιμοποιηθεί το casus belli στην εξωτερική πολιτική με τους βαλκάνιους γείτονες).

Χαριστική βολή είναι ότι η διακήρυξη κλείνει με το σύνθημα (σε κεφαλαία): «Η Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα!», που είναι ατυχέστατη γλωσσικά όσο και νοηματικά παραλλαγή του γνωστού συνθήματος του ΛΑΟΣ: «Η Ελλάδα ανήκει τους Έλληνες».

 Επίλογος
 
Πράγματι δεν έπρεπε ο Μίκης Θεοδωράκης να εκμεταλλευτεί «την αγάπη όλων των Ελλήνων» γιατί δεν αφορά αυτή η αγάπη τις πολιτικές του θέσεις και επιλογές, παλιές ή καινούργιες, αφορά το μουσικό του έργο και την πολιτική διάσταση που έχει αυτό το έργο.
Όσο για τους «συνεργάτες» της «Επιτροπής Πρωτοβουλίας της Κίνησης»[12] και ιδίως όσους ανάμεσά τους συνέβαλαν στη συγγραφή της «ιδρυτικής διακήρυξης», εκμεταλλεύτηκαν και έβλαψαν το σύμβολο που είναι ο μεγάλος συνθέτης. Αδιαφόρησαν πλήρως γι’ αυτόν, τον εξέθεσαν μόνο του, βάζοντάς τον μπροστά να διαβάζει αυτό το κείμενο που είναι όλο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και να το δημοσιεύει με μόνη τη δική του υπογραφή. Τέλος, μη ξέροντας φαίνεται πλέον πού να σταθούν, σε ποιο σημείο του πολιτικού φάσματος από την ακροδεξιά έως την ακροαριστερά βρίσκονται, σε καταλυτική αντίφαση με την «ανεξαρτησία» της κίνησης «ανεξάρτητων» πολιτών που διακηρύττουν, ονόμασαν την πολιτική τους πρωτοβουλία «σπίθα» και παράλληλα φρόντισαν βέβαια να αποσιωπηθεί τι συμβολίζει, καθώς ο συμβολισμός της λέξης «σπίθα», εκτός από τραγικά ανεπίκαιρος, είναι εξοντωτικός τόσο της κίνησης όσο και της ιδρυτικής της διακήρυξης[13].



[1] Δημιουργήθηκε ιστοσελίδα του κινήματος «Σπίθα», όπου αναρτήθηκε η διακήρυξη ως «φυλλάδιο» με την προτροπή: «Διαδώστε το! Τυπώστε το σε ασπρόμαυρο εκτυπωτή! Δώστε το σε 10 φίλους που δεν έχουν Internet. Κολλήστε το παντού. Βοηθήστε τον αγώνα!».
[2] Εξαίρεση αποτελεί το μέλος του Ιού της Ελευθεροτυπίας Δημήτρης Ψαρράς, αλλά οι κριτικές του αναφορές στη διακήρυξη περιέχονται σε άρθρο του (με τίτλο «Η πολιτική δραστηριοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη και του Βασίλειου Μαρκεζίνη») που βρίσκεται μόνο στην ιστοσελίδα του Ιού γιατί, κατά τον συγγραφέα, «δεν χώρεσε», δηλαδή λόγω έλλειψης χώρου δεν στάθηκε δυνατό να δημοσιευτεί «στην Ελευθεροτυπία».
[3] Η Ελευθεροτυπία εισάγει τη δημοσίευση παίρνοντας αποστάσεις με τη φράση «μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς με τις πολιτικές και κοινωνικές απόψεις του Μ. Θεοδωράκη…» αλλά συνεχίζει γράφοντας μεταξύ άλλων τα εξής διθυραμβικά: «αυτή η διακήρυξη του Μίκη Θεοδωράκη ξεπερνάει τα όρια μιας Κίνησης Πολιτών. Είναι μια υποθήκη για κάθε Έλληνα, αλλά και για κάθε άνθρωπο όπου γης. Υποθήκη για μια πατρίδα ενός πανανθρώπινου ήθους» (η υπογράμμιση είναι της εφημερίδας).
[4] Μικρό δείγμα αδιαφορίας, καθώς η διακήρυξη κυκλοφορεί με μόνο το όνομα του Μίκη Θεοδωράκη στο εξώφυλλο και γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο, είναι ότι πρόκειται για κείμενο εντυπωσιακά κακογραμμένο· παραβιάζει όλους τους κανόνες της στοιχειώδους λογικής συνοχής και δεν έχει κανέναν ειρμό, διάφορες θέσεις αντιφάσκουν η μια με την άλλη, έχει άπειρα λάθη και προχειρότητες (π.χ. στη σελ. 45 του βιβλίου με τίτλο Σπίθα υπάρχει η φράση: «Σας εξέθεσα όσο γίνεται πιο σύντομα τις απόψεις μου. Που θα τις βρείτε ολοκληρωμένες στο βιβλίο που κυκλοφορεί με τίτλο “Η Σπίθα”») και άλλα πολλά.
[5] Σελ. 45.
[6] Σελ. 7.
[7] Σελ. 10.
[8] Πράγματι αυτό λέει, μόνο με πολύ χειρότερη και πολύ φλύαρη διατύπωση, σσ. 15-16.
[9] Ιδού το παράθεμα που εισάγει περιγραφή τού τι έκανε «εναντίον μας» ο Κίσινγκερ: «Αλήθεια, μήπως καταλάβατε εσείς γιατί μας μισούν τόσο πολύ οι Αμερικανοί; Τι τους κάναμε; Μήπως όλοι οι κυβερνήτες μας από τον Εμφύλιο έως σήμερα δεν ήταν και δεν είναι πειθήνια όργανά τους; Μήπως η ελληνική ολιγαρχία δεν τους έστρωνε και δεν τους στρώνει δουλικά βελούδινο χαλί για να περάσουν;» (σ. 21).
[10] Σελ. 13 και 14.
[11] Σελ. 11 και 40.
[12] Η «Επιτροπή Πρωτοβουλίας της Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών» από τον Ιανουάριο έως το Φεβρουάριο μεταβαπτίστηκε «Συμβουλευτική Επιτροπή του Κινήματος Ανεξάρτητων Πολιτών» και δημοσιοποιήθηκαν τα ονόματα που την αποτελούν. Σε συγκέντρωση της «Σπίθας» (5.2.2011), που παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα της με τίτλο «Χαμός στη συγκέντρωση…», αναφέρεται ότι μίλησε ο Μίκης Θεοδωράκης και «5 μέλη» της «Συμβουλευτικής» πλέον Επιτροπής «ανέλυσαν την κατάσταση που βιώνει σήμερα η χώρα μας και κατέθεσαν προτάσεις για έξοδο από την κρίση και για συνολική αναμόρφωση της πατρίδας μας σε όλα τα επίπεδα».
[13] Οι λέξεις έχουν ιστορία, οπότε η λέξη «Σπίθα» σε αυτά τα συμφραζόμενα μοιραία παραπέμπει στην Ίσκρα του Λένιν. Ο μόνος δημοσιογράφος που το ανέδειξε, σε ένα από τα καίρια άρθρα του στο Βήμα (5.12.2010) με τίτλο «Η Ίσκρα και άλλοι απόμαχοι σωτήρες», είναι ο Ριχάρδος Σωμερίτης. Ο συμβολισμός αυτός σήμερα, με κάθε παραπληρωματικό του νόημα, ιστορικό, πολιτικό, ιδεολογικό, την όποια ταύτιση, ιστορική ή προσώπων, είναι σε τέτοιο βαθμό εξοντωτικός της όλης πολιτικής πρωτοβουλίας της Κίνησης «Σπίθα», που υποθέτω εξηγεί γιατί αυτοί που τον επέλεξαν προτίμησαν να τον αποσιωπήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου