Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Τελετές ενηλικίωσης

του Παναγιώτη Σιαβελή

Σε κάποιες φυλές τους ξεριζώνουν τους κυνόδοντες, σε άλλες τους ξυλοφορτώνουν μέχρι λιποθυμίας ή θανάτου ενώ αλλού τους ανατίθεται μια σπουδαία και συνάμα επικίνδυνη αποστολή δολοφονίας κάποιου άγριου ζώου. Παντού στον κόσμο υπήρχαν και υπάρχουν διάφορες τελετές ενηλικίωσης, δοκιμασίες ένταξης στην ώριμη, ενήλικη κοινότητα για τα νεαρά μέλη για τα οποία έφτασε η ώρα να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν σε μια ζωή σύμφωνη με τους κανόνες, τις αξίες και τις απαιτήσεις της κοινωνίας τους.

Στη σημερινή ελληνική κοινωνία η τελετή διαρκεί περίπου τρία έως έξι έτη και κορυφώνεται το καλοκαίρι μετά την τρίτη τάξη του λυκείου, κατά τη διάρκεια του οποίου οι υποψήφιοι προς ένταξη βιώνουν μία τελική, εξαντλητική εμπειρία μέσω της οποίας μπορούν να αποδείξουν ότι είναι ικανοί να επιβιώσουν σύμφωνα με τις αρχές του ελληνικού κοινωνικού συμβολαίου. Διαψεύδοντας κάθε φορά τις συντηρητικές και φοβισμένες φωνές περί κατάρρευσης των αξιών και του κοινωνικού ιστού, τα παιδιά αυτά μας καθησυχάζουν, αποδεικνύοντας ότι υπάρχουν ακόμα ιδανικά τα οποία μπορούν να κινητοποιήσουν τους ανθρώπους, αν όχι ενώνοντάς τους όπως παλιά, τουλάχιστον βάζοντάς τους σε παράλληλες τροχιές, όπως τα άλογα του ιπποδρόμου (σχηματίζοντας κάτι με ξεκάθαρο σχήμα, όρια και εσωτερικές διασυνδέσεις το οποίο μοιάζει πολύ με μια συμπαγή κοινωνία), σε ένα παιχνίδι που, για να κρατηθεί σε λειτουργία, διέπεται από αρκετά σοβαρούς κανόνες και που, τελικά, είναι ικανό να γεμίσει με νόημα και να προσανατολίσει τους συμμετέχοντες, αποτελώντας τη θεμέλιο λίθο στην οποία βασίζεται η ίδια η ζωή τους και γενικότερα η λειτουργία της κοινωνία μας.

Πλησιάζοντας, λοιπόν, την ενηλικίωση, οι νεαροί της κοινωνίας μας παραδίδονται από τους γονείς τους στο παιχνίδι του σχολείου, τον τόπο και συνάμα τελετή στην οποία αυτή (η ενηλικίωση) θα πραγματωθεί, για να εφοδιαστούν με και να ασπαστούν τις απαιτούμενες για να εισέλθουν στον ενήλικο βίο αρετές. Κατά τη διαδικασία της σχολικής ηλικίας (ή, το ίδιο είναι, σχολικής ζωής), τα καθήκοντα και οι ρόλοι που αναλαμβάνουν οι υποψήφιοι για ενηλικίωση σφυρηλατούν την -ακόμα διαθέτουσα ψήγματα φαντασίας, αυθορμητισμού, ερωτηματικής και παιχνιδιάρικης διάθεσης- εύπλαστη ψυχή τους με αξίες και κανόνες οι οποίοι, όπως ακριβώς γίνεται με τον χάλυβα, την «σκληραίνουν», οριοθετώντας την αυστηρά, δίνοντάς της μετά από αλλεπάλληλα χτυπήματα το δικό τους σχήμα, συνθλίβοντας καθετί που δεν εφαρμόζει στην δική τους επιφάνεια και ωθώντας βαθιά στον απρόσιτο πυρήνα της όσα δε μπορούν να τσαλακωθούν.

Ποιες είναι αυτές οι αξίες με τις οποίες μορφώνουμε και καθιστούμε ενήλικες τις μέχρι πρότινος παιδικές ψυχές; Θα προσπαθήσω να τις ξεχωρίσω, αν και στο σύνολό τους νομίζω πως εύκολα θα μπορούσε να τις χωρέσει ένας και μόνο σύνθετος όρος, αυτός του κυνικού και υποβαθμισμένου ορθολογισμού. Χωρίς να έχει σημασία η σειρά θα αναφέρω αυτές που θεωρώ σημαντικότερες.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Το Θεσμικό Έλλειμμα

του Αριστείδη Χατζή 

Η Ελλάδα βρίσκεται στο μέσο της χειρότερης πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής κρίσης μετά την μεταπολίτευση. Η κρίση είναι κυρίως οικονομική αλλά είναι και πολιτική, καθώς προφανώς θα οδηγήσει μεσοπρόθεσμα στο ριζικό μετασχηματισμό του κομματικού συστήματος που διαχειρίστηκε την Ελληνική δημοκρατία τα τελευταία 35 χρόνια. Η οικονομική και η πολιτική κρίση όμως αποτελούν τα συμπτώματα της πολύ σοβαρότερης θεσμικής κρίσης.

Μια επιδερμική προσέγγιση της θεσμικής κρίσης θα την απέδιδε στην απίσχναση της πολιτικής νομιμοποίησης, στην απαξίωση θεσμών όπως το κοινοβούλιο, η κυβέρνηση, η παιδεία, ακόμα και η δικαιοσύνη. Πρόκειται όμως και πάλι για τα εμφανή συμπτώματα μιας βαθύτερης θεσμικής κρίσης που συνοδεύει την ελληνική πολιτεία από την ίδρυσή της. Η κρίση αυτή οφείλεται στην θεσμική ανωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Η θεσμική ανωριμότητα, για τους σκοπούς αυτού του σύντομου κειμένου, ορίζεται απλά ως υπανάπτυξη των θεσμών. Πριν συνεχίσουμε θα πρέπει να δώσουμε κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις και να κάνουμε κάποιες θεμελιώδεις διακρίσεις.

Οι θεσμοί (με την στενή έννοια του όρου που θα χρησιμοποιήσουμε εδώ) είναι σύνολα κανόνων που σκοπό έχουν να ρυθμίσουν τη συμπεριφορά των ατόμων μέσα σε μία μικρή κοινότητα αλλά και σε μια μεγάλη κοινωνία. Μπορεί να συνδέονται ή όχι με την κοινωνική ηθική, τη θρησκεία, ή κάποια ιδεολογία αλλά ο βασικός σκοπός τους είναι ένας: η επίτευξη της ομαλής συμβίωσης και της κοινωνικής ευημερίας. Ένα θεσμικό πλαίσιο που δεν εξασφαλίζει ένα από τα δύο είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει.

Οι θεσμοί μπορεί να είναι τυπικοί θεσμοί (formal institutions) που έχουν τη μορφή των τεθειμένων κανόνων δικαίου. Το Σύνταγμα, οι νόμοι και τα κανονιστικά διατάγματα αποτελούν τέτοιου είδους τυπικούς θεσμούς που ουσιαστικά μετουσιώνουν σε κανόνες δικαίου τις επιλογές μιας συγκεκριμένης χρονικά και τοπικά κοινωνίας (ή τουλάχιστον των εκλεγμένων εκπροσώπων της).

Υπάρχουν όμως και οι άτυποι θεσμοί (informal institutions), κυρίως κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς (social norms), που αποτελούν το απαραίτητο υπόβαθρο για να λειτουργήσουν οι τυπικοί θεσμοί. Οι κανόνες αυτοί δεν πηγάζουν από τη νομοθετική διαδικασία. Διαμορφώνονται μέσα στην κοινωνία, ιδίως όταν υπάρχει απουσία τυπικών θεσμών ή όταν οι τυπικοί θεσμοί δεν φαίνεται να επιλύουν αποτελεσματικά τα κοινωνικά προβλήματα. Η κοινωνία αντιδρά στην αταξία που προκαλούν οι ελλιπείς ή προβληματικοί τυπικοί θεσμοί δημιουργώντας μία «αυθόρμητη τάξη» (spontaneous order) κατά τον F.A. Hayek που διασφαλίζει την ομαλή συμβίωση και ενισχύει την κοινωνική ευημερία.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι: Θεσμοί και νοοτροπίες στην ελληνική οικονομία

του Αρίστου Δοξιάδη

ΛΟΓΟΠΛΑΙΣΙΟ
[Καθαρεύουσα και δημοτική] Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.

Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.[2] Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.

Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.

Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».

Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις κουβέντες της παρέας. Το δίλημμα «δημόσιο ή ιδιωτικό;» μεταλλάχτηκε: «με τον αργόμισθο ή με το φοροφυγά;». Το «συνδικάτα ή εργοδοσία;» μεταλλάχτηκε: «να κόψουμε τη σύνταξη από τα 52 ή τα ιατρικά υλικά που τα πληρώνουμε για χρυσάφι;». Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. Αυτό είναι υγιές. Είναι η αρχή της αυτογνωσίας.

Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονόλογους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί, και να ορίζει επιλογές.

[Θεωρίες της ιδιομορφίας] Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα και όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμη μια νεοθεσμική οπτική, που αναλύει τις παραλλαγές του καπιταλισμού και τις σχετίζει με τις ιστορικές καταβολές και τους θεσμούς κάθε χώρας [3].

Οι θεσμοί είναι μια ευρεία έννοια, που επιδέχεται διαφορετικούς ορισμούς. Στον πιο γενικό ορισμό ο όρος περιλαμβάνει τους επίσημους θεσμούς (το σχολείο) και τους ανεπίσημους (το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο). Περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις (ιατρική νομοθεσία), τους οργανισμούς (το νοσοκομείο), αλλά και τις συχνές συμπεριφορές (το φακελάκι). Περιλαμβάνει επίσης, σε μερικές θεωρήσεις, την ιδεολογία (τι είναι πρόοδος) και τη νοοτροπία (εργασιακή ηθική).

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Η πολυτέλεια του ανορθόλογου

«Ο ορθός Λόγος συνυφαίνεται με την ιδέα της κριτικής. Αυτό συνάγεται αβίαστα από την υποβολή οποιασδήποτε πρότασης, οποιασδήποτε θεωρίας ή δοκιμαστικής λύσης σε κάποιο πρόβλημα σε συζήτηση. Το ανορθόλογο εμφανίζεται με την άρνηση της κριτικής, συνήθως με την προβολή υποκατάστατου της κριτικής, που είναι η απειλή χρήσης βίας, ή η ίδια η χρήση βίας ή η δογματική και πεισματική εμμονή σε κάποια θέση, χωρίς χρήση επιχειρημάτων.»

 

του Δ. Δημητράκου


Μπορεί κανείς να επιδεικνύει μια ολότελα ανορθολογική στάση πάνω σ’ ένα θέμα, είτε αυτό αφορά στη δική του ζωή, στις αποφάσεις που παίρνει, είτε αφορά τον κόσμο. Αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει για πολύ, αν το κόστος του ανορθολογισμού του είναι υπέρμετρο. Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι και το ανορθόλογο έχει την ψυχολογική, και ευρύτερα την κοινωνική του λειτουργία. Εξηγούμαι.

Είναι δυνατό μια ανορθολογική πεποίθηση που έχει κάποιος πάνω σε κάτι, να τον βοηθάει να είναι ευτυχέστερος ή πιο αισιόδοξος στη ζωή ή σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, όπως ένας αγώνας τένις, στον οποίο ακόμα και οι πιο εξωφρενικές προλήψεις τονώνουν την ψυχολογία του παίκτη[1]. Στην κοινωνία επίσης, ορισμένες πρακτικές τελετουργικού τύπου, ιδίως σε κλειστές, παραδοσιακές κοινότητες, μας βεβαιώνει η ανθρωπολογική επιστήμη ότι παίζουν σπουδαίο ρολό στην εξασφάλιση κοινωνικής συνοχής. Όμως, έχοντας ξεπεράσει κάποιο στάδιο στην ανθρωπινή εξέλιξη, τόσο η ατομική ψυχολογική ισορροπία, όσο και η ενότητα και σταθερότητα μιας κοινωνικής οργάνωσης, μπορούν να στηρίζονται σε «γνωστικά ουδέτερους» αρμούς. Η θεοποίηση των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, έπαιζε ένα ρολό συνοχής στο αχανές πολυεθνικό σύνολο υπό τον έλεγχό τους και ήταν, επομένως, πολιτικά αναγκαίος, αν το ζητούμενο ήταν πριν απ’ όλα, η διατήρηση της ενότητας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Με την ανάδυση της ανοιχτής κοινωνίας αυτό αλλάζει. Η παρουσία του ανορθόλογου στην κοινωνική ζωή δεν είναι απαραίτητη. Ας δούμε γιατί. Η ιδέα της ανοιχτής κοινωνίας αποτελεί κληρονομιά του Διαφωτισμού.  Τα πάντα υπόκεινται στον κριτικό έλεγχο του ανθρώπου, που πραγματοποιείται μπρος στο δικαστήριο του Λόγου, όπως έγραφε ο Kant[2]. Η κοινωνία, μπορεί με αυτόν τον τρόπο να αυτοθεσπίζεται.Γι αυτό και συνδέεται με την αρχή της δημοσιότητας και της ακηδεμόνευτης σκέψης και δράσης του ανθρώπου. H δυνατότητα και η ανάγκη ανοιχτής κριτικής συζήτησης ανάγεται σε θεμελιακή θεσμική αρχή, τόσο όσον αφορά τον κόσμο της γνώσης, όσο και την κοινωνία ευρύτερα. Αν, όμως, η σκέψη μας είναι ακηδεμόνευτη, τότε η ανοιχτή κοινωνία αποτελεί την οικολογική εστία της κριτικής σκέψης, του ορθού Λόγου. Εννοείται, ότι όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «κριτική», εννοούμε προσπάθεια αναίρεσης μιας υπόθεσης ή μιας πρότασης, και όχι επικριτική στάση σε ενέργειες, θεσμούς, πρόσωπα ή ιδέες.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Τσαρλς Τίλλυ: Η μαζική κουλτούρα απειλή για τη δημοκρατία

Σημασία δεν έχει ο τίτλος του καθεστώτος αλλά οι σχέσεις πολίτη και κράτους

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Tι είναι άραγε δημοκρατία σήμερα; Ποιο καθεστώς θεωρείται δημοκρατικό; Είναι τα κοινοβουλευτικά συστήματα δημοκρατικά ή μήπως η άμεση δημοκρατία- που έχει γίνει προσφάτως της μόδας στις πλατείες των «Αγανακτισμένων»- είναι η κορυφή της δημοκρατίας; Είναι άραγε εφικτή μια δημοκρατία ικανοποιητική σήμερα; Δύο διαφορετικοί στοχαστές συναντώνται σε αυτά τα ερωτήματα, ο Τσαρλς Τίλλυ και ο Ραφαέλε Σιμόνε. Ο Τσαρλς Τίλλυ μελετώντας επί χρόνια τα καθεστώτα πολλών χωρών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σημασία δεν έχει ο τίτλος του καθεστώτος αλλά οι σχέσεις πολίτη και κράτους. Κατά τον Τίλλυ «δημοκρατία είναι εκείνο το πολιτικό καθεστώς όπου οι σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες διέπονται από ευρεία,ισότιμη,ασφαλή (δηλαδή προστατευμένη) και αμοιβαίως δεσμευτική διαβούλευση». Οι εξιδανικευμένες περιπτώσεις της άμεσης δημοκρατίας δύσκολα ικανοποιούν αυτά τα στοιχεία, αυτά υπάρχουν περισσότερο στις περίπλοκες δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Αυτή όμως η διαβούλευση, λέει ο Σιμόνε, κινδυνεύει από ένα τέρας που κυοφορήσαμε και κανείς, ούτε η Αριστερά, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί. Το «μειλίχιο τέρας» του Σιμόνε, που είναι η σύγχρονη «δεσποτική κουλτούρα», απειλεί τη δημοκρατία της διαβούλευσης του Τίλλυ.

Δημοκρατία δεν είναι για τον Τίλλυ ένας ιδανικός στόχος ούτε, πολύ περισσότερο, μια ιδεολογική αφετηρία, αλλά ένα καθεστώς συνεχούς διαβούλευσης. Η δημοκρατία είναι ένας κινούμενος στόχος προς τον οποίο κατευθύνονται ή απομακρύνονται τα καθεστώτα. Οι προδιαγραφές για τη δημοκρατία που θέτει ο Τίλλυ μπορεί να μας εκπλήξουν. Για παράδειγμα, συγκρίνει το καθεστώς του Καζακστάν με αυτό της Τζαμάικας. Το μεν πρώτο έχει στα λόγια ένα πολύ δημοκρατικό Σύνταγμα, στο οποίο όλα τα άρθρα του διακηρύσσουν ότι προφυλάσσουν τους πολίτες. Αντιθέτως, η Τζαμάικα έχει ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς υπό βρετανικό έλεγχο και σαφώς, θεωρητικά τουλάχιστον, είναι λιγότερο δημοκρατικό. Και όμως, η οργάνωση Freedom Ηouse που αξιολογεί τις δημοκρατικές επιδόσεις των χωρών δίνει στο Καζακστάν τον βαθμό 7 (πολύ χαμηλό) με άριστα το 1, ενώ στην Τζαμάικα δίνει τον βαθμό 2 (πολύ υψηλό), μιας και εκτιμά ότι σε αυτή τη χώρα τα πολιτικά δικαιώματα προστατεύονται, οι πολιτικές ελευθερίες είναι ουσιαστικές και ο λαός της Τζαμάικας μπορεί να αλλάξει την κυβέρνησή του όποτε θέλει, ενώ ο λαός του Καζακστάν έχει φαλκιδευμένη από τον Ναζαρμπάγεφ δημοκρατία, τα πολιτικά δικαιώματα υπάρχουν μόνο τύποις και η αντιπολίτευση δεν θα μπορέσει ποτέ, υπό αυτό το καθεστώς, να έλθει στην εξουσία.

Πότε επιτυγχάνει ο εκδημοκρατισμός ενός συστήματος

Τρεις είναι κατά τον Τίλλυ οι διαδικασίες που εξασφαλίζουν πορεία προς τη δημοκρατία: τα δίκτυα εμπιστοσύνης, η κατηγορική ανισότητα και τα αυτόνομα κέντρα εξουσίας. Τα δίκτυα εμπιστοσύνης είναι οι πάσης φύσεως ομαδοποιήσεις σε μια κοινωνία, από τις θρησκευτικές ομαδοποιήσεις ως τις συνωμοτικές οργανώσεις. Αν αυτά τα δίκτυα ενσωματώνονται στο πολιτικό σύστημα, τότε ο εκδημοκρατισμός είναι εφικτός. Η κατηγορική ανισότητα αφορά όλες εκείνες τις διαφοροποιήσεις και ταυτότητες που οφείλονται σε διαφορετικό φύλο, φυλή, θρησκεία, τάξη, κάστα κτλ. Αν αυτές οι ανισότητες εκφράζονται στη δημοκρατία με διαφορετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, τότε ο εκδημοκρατισμός είναι αδύνατος. Θα αναρωτηθεί κάποιος πώς μπορούν να εξαλειφθούν αυτές οι ανισότητες σε ένα σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα. Ο Τίλλυ λέει ότι οι ανισότητες αυτές δεν εξαλείφονται αλλά, επειδή στις σύγχρονες κοινωνίες οι ιδιότητες του πολίτη, του εργαζομένου και του καταναλωτή συμπίπτουν, αυτό αποτελεί μια αναγκαία (αλλά όχι ικανή) πίεση προς σύγκλιση των ανισοτήτων και τελικώς πίεση προς τον εκδημοκρατισμό. Τέλος, στα αυτόνομα κέντρα εξουσίας κατά τον Τίλλυ περιλαμβάνονται όλοι εκείνοι οι φορείς εξουσίας που δρουν πέραν του θεσμικού πλαισίου, τουτέστιν οι παραστρατιωτικές και παραθρησκευτικές οργανώσεις, πολιτικές φατρίες, επιχειρηματικά παράκεντρα κ.ά. Αν η εξουσία αυτών περισταλεί ή απαλειφθεί, τότε ο εκδημοκρατισμός έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Τι «φρενάρει» διαχρονικά την ελληνική κοινωνία


του Δημήτρη Αρ. Καζή*

1. Η κρίση

Εδώ και τρείς δεκαετίες, η ελληνική οικονομία και κοινωνία υφίστανται μια συνεχή υποβάθμιση. Γυρνάμε ήδη σε ένα φαύλο κύκλο που μας βυθίζει όλο και περισσότερο χωρίς να κατορθώνουμε να ξεφύγουμε. Οι σχετικά “νοικοκυρεμένες” μεταπολεμικές πρακτικές, που διήρκεσαν μέχρι την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ, έδωσαν βαθμιαία τη θέση τους σε ένα κλιμακούμενο λαϊκίστικο “ξεσάλωμα” βασισμένο σε επιδοτήσεις και δανεικά, με την εγκατάλειψη οποιουδήποτε οράματος για τη χώρα, με έξαρση του ατομισμού και της απληστείας, με έκπτωση των αξιών και των θεσμών και άμβλυνση της εσωτερικότητας, με αθρόους διορισμούς στο δημόσιο χώρο και εγκατάλειψη της παραγωγής και της δημιουργικότητας, με ισχυρή κομματικοποίηση του κράτους και με διαρκή αύξηση της κατανάλωσης και της επίδειξης.


Τριάντα χρόνια μετά την ένταξη δεν έχουμε ακόμα αποφασίσει ως λαός άν θέλουμε πράγματι να ανήκουμε ισότιμα στην Ε.Ε., με όποιους κανόνες αυτό συνεπάγεται. Απ’ αρχής, η ένταξή μας στην ΕΟΚ αντιμετωπίστηκε από την ελληνική κοινωνία και την ηγεσία της ως εάν η Ελλάδα διορίστηκε σε μόνιμη θέση στην ΕΟΚ (περίπου ως Έλλην Δημόσιος Υπάλληλος). Θεωρήσαμε λοιπόν ότι εφεξής η Ε.Ε. θα προστάτευε και θα προικοδοτούσε την πατρίδα μας εξαιτίας της ένδοξης ιστορίας της και της μεγάλης συνεισφοράς της κλασσικής αρχαιότητας στη διαμόρφωση του σύγχρονου Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες πολίτες “δικαιωματικά” θα εξομοίωναν το επίπεδο ζωής τους με εκείνο των Δυτικοευρωπαίων χωρίς να χρειάζεται να εκσυγχρονιστούν ριζικά και οι ίδιοι. Ούτε ήταν απαραίτητο πλέον να σκεφθούν για το μέλλον της χώρας τους αφού αυτή εντάχθηκε σε μια ευρύτερη “οικογένεια”, η οποία θα φρόντιζε στοργικά και θα συγχωρούσε το παιδί της, ακόμα και αν αυτό έκανε “αταξίες”. Αυτά πιστεύαμε... Και οι εκάστοτε κυβερνώντες έσερναν το χορό (δίνοντας το καλό παράδειγμα), υποθάλποντας την κερδοσκοπία, αμνηστεύοντας τους βουλευτές με κατάλληλους νόμους, χρεώνοντας τη χώρα, επιτρέποντας τον ασύστολο τραπεζικό δανεισμό και “σπρώχνοντας” διακριτικά όλα τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο τόπος για τον επόμενο γύρο. Έτσι, η χώρα βάδιζε σταθερά προς τη χρεωκοπία και τα προβλήματα σωρεύονταν αντί να επιλύονται. Και τώρα μας πνίγουν όλα μαζί. Πανικός που φέρνει την αναρχία. Και ο πανικόβλητος είναι επιρρεπής στο ξεπούλημα... Και τα αρπακτικά καραδοκούν....


Στο διάστημα αυτό, οι προσπάθειες σημαντικού μέρους της ελληνικής κοινωνίας στράφηκαν από τα οράματα και τη δημιουργικότητα προς την απορρόφηση (διάβαζε “οικειοποίηση”) των κοινοτικών ενισχύσεων. Και το 2002, με διάφορα λογιστικά τεχνάσματα, μπήκαμε με τη φουστανέλλα σε μια Λέσχη πλουσίων, χωρίς ούτε και τώρα να προσαρμόσουμε κατάλληλα τη νοοτροπία, τις πρακτικές και τις απαιτήσεις μας και να ακολουθήσουμε τους απαραίτητους αναπτυξιακούς και δημοσιονομικούς κανόνες ώστε να επιβιώσουμε μέσα σ’ αυτή τη Λέσχη. Αντίθετα, έχουμε τώρα μια κατακερματισμένη κοινωνία προνομιούχων και κορόϊδων, νομοταγών και φοροφυγάδων, στην οποία ουδείς εμπιστεύεται κανέναν και για κανένα θέμα. Και το κόστος της κρίσης καλούνται και πάλι να επωμισθούν κυρίως όσοι πλήρωναν ανέκαθεν τους φόρους τους, δεν δανείστηκαν υπέρογκα και δεν παρασύρθηκαν σε υπερφύαλες επιδείξεις δήθεν ευμάρειας. Βασικά το κύριο βάρος καλείται να το φέρει η μεσαία εισοδηματική τάξη, η οποία και πάλι συμπιέζεται.

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Φεύγω ή Μένω: το δίλημμα μιας γενιάς - Αντιλογία

του Αρίστου Δοξιάδη 

Η Αντιλογία (debate) έγινε στις 6 Ιουλιου 2011, οργανωμένη εξαιρετικά από την Intelligence Square 

Ηταν μια βραδιά που την χάρηκα ιδιαίτερα, για το επίπεδο των συνομιλητών, και για την καλοπροαίρετη διάθεση όλων. 'Ενα τόσο σύνθετο αλλά και προσωπικό ζήτημα δεν προσφέρεται για τοποθετήσεις ασπρο/μαύρο. Αυτός όμως ήταν ο όρος της Αντιλογίας, σε αυτόν συμμορφωθήκαμε, υπερτονίζοντας τα υπέρ της θέσης μας. Ελπίζω οτι από το σύνολο φωτίστηκαν αρκετές όψεις.

Ενα ενδιαφέρον παρεπόμενο: Μια φίλη που είναι υπέρ του "Μένω" μου εξομολογήθηκε οτι ψήφισε "Φεύγω" στην αρχική καλπη, και "Μένω" στην τελική, για να ενισχύσει την ομάδα του Μένω, αφού αυτό που μετράει είναι η μετατόπιση γνωμης ως αποτέλεσμα της Αντιλογίας. Ελληνική παγαποντιά, δηλαδή. Εικάζω οτι όσοι είναι υπέρ του "Φεύγω" δεν είναι τόσο παγαπόντηδες. Ισως αυτό να εξηγεί και τη θεαματική μας νίκη. 



Ακολουθεί το κείμενο της τοποθέτησης μου:

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Τώρα που γκρεμιζόμαστε

του Δημήτρη Φύσσα

Τώρα που γκρεμιζόμαστε ως κοινωνία και ως οικονομία, στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Δεν ξέρουμε πόσος καιρός θα χρειαστεί για να ξανασηκωθούμε, ούτε με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Δεν ξέρουμε τι θα έχει μεσολαβήσει μέχρι τότε, πόσο πάτο θα έχουμε πιάσει.

Τουλάχιστον, ας θυμόμαστε πώς καταντήσαμε έτσι, ώστε, αν έχουμε μνήμη, να μην τα ξανακάνουμε.

Φτιάξαμε ένα αδηφάγο κράτος, που δεν του έφτανε ο προϋπολογισμός του για να λειτουργήσει. Που ήθελε όλο και περισσότερα δανεικά για να πληρώνει τους υπεράριθμους υπαλλήλους του - ψηφοφόρους των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας (δημόσιοι υπάλληλοι) και των κομμάτων της αριστεράς (δημοτικοί υπάλληλοι). Που απορροφούσε ολοένα και περισσότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις («Ολυμπιακή», «Ηλεκτρικός», «΄Εσο», «Πυρκάλ», δίκτυα ύδρευσης, «Πειραϊκή - Πατραϊκή» κλπ) ή ίδρυε εξαρχής δικές του και τις αντιμετώπιζε σαν υπηρεσίες υπουργείων. Που κρατικοποίησε την ορθόδοξη εκκλησία (αποδείχτηκε πανάκριβη). Και που για να τα κάνει αυτά, ήθελε κι άλλα δάνεια. Που έφτιαξε πανεπιστήμια και ΤΕΙ σε κάθε μικρή πόλη, κι ας μην μπορούσαν να λειτουργήσουν. Που είχε το μεγαλύτερο στρατό και στρατιωτικές δαπάνες στο ΝΑΤΟ (αναλογικά με τον πληθυσμό της). Και που γι΄ αυτά έπαιρνε κι άλλα δάνεια. Που έδινε τρελούς μισθούς και εφάπαξ στους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ και στους δικαστικούς. Που έδινε συντάξεις αναπηρίας και πρόωρες με τη σέσουλα. Που κρατικοποίησε τα πολιτικά κόμματα. Και που για να τα κάνει αυτά, ήθελε ακόμα περισσότερα δάνεια, και μετά κι άλλα δάνεια.

Μέχρι που το διεθνές τραπεζικό σύστημα αρνήθηκε να δανείζει την Ελλάδα.

Και ξέσπασε η κρίση. Κι όταν το κράτος αποδέχτηκε την ύπαρξή της επίσημα, και υπόγραψε το Μνημόνιο, ώστε να δανείζεται χαριστικά με 1.5% τόκο (χάρη στην Ευρ. Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρ. Κεντρική Τράπεζα) επαναπαύτηκε και στάθηκε ανίκανο να προωθήσει τις μεταρρύθμίσεις που πρόβλεπε το Μνημόνιο, έτσι ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση αργότερα. Στα λόγια υπέγραψε πολλά και διάφορα. Στην πράξη, καθυστέρησε και καθυστερεί σε όλα. Δεν άνοιξε επαγγέλματα, δεν κατάφερε να πουλήσει μια ΔΕΚΟ, δε μείωσε εξοπλισμούς. Δεν άγγιξε την ορθόδοξη εκκλησία. Μάλιστα, η πρώτη δήλωση του Βενιζέλου ήταν: «Δεν πειράζουμε την εκκλησία» (αλλά και ο Τσίπρας, για παράδειγμα, τα ίδια λέει). Δεν έκανε τίποτα, ώστε να μειώσει τη γραφειοκρατία (την αυξάνει συνεχώς, στην εποχή του κυβερνοχώρου!) και να φανεί φιλικότερο απέναντι στην επιχειρηματικότητα. Δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει τους απεργούς - καταστροφείς του τουρισμού, για παράδειγμα. Κι έτσι, πάρα πολλές επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν σε κλείσιμο ή μεταφέρθηκαν έξω.

Το ελληνικό κράτος ξεκινάει από ένα δεδομένο: το δεδομένο αυτό δεν είναι δυστυχώς η Ελλάδα ως κοινωνία, αλλά ο εαυτός του ως αυθυπαρξία και αυτοσκοπός. Προκειμένου λοιπόν να μην πειράξει σε τίποτα τον εαυτό του, το ελληνικό κράτος έκανε αυτό που ήξερε πάντα να κάνει: έβαλε και βάζει συνεχώς φόρους, κι άλλους φόρους, και εισφορές, κι άλλες εισφορές. Έτσι, εξουθένωσε όσους ακόμα δουλεύουν νόμιμα, κι έκοψε λεφτά ακόμα κι από τους μικροσυνταξιούχους, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή περαιτέρω ανάπτυξη. Και οι πτωχεύσεις συνεχίζονται, και τα μαγαζιά κλείνουν, και οι απολύσεις πολλαπλασιάζονται και οι συνταξιούχοι απελπίζονται. Και μετά, μιλάνε για υστέρηση εσόδων 3,5 δις. Επαναλαμβάνω: 3,5 δις!

Κι έτσι τώρα γκρεμιζόμαστε. Ίχνη παραγωγικότητας παρατηρούνται στον ιδιωτικό τομέα και σε αρκετούς μη επίορκους εφορειακούς, που μαζεύουν χρήματα για το κράτος (όπως υπάλληλοι με τους οποίους έρχομαι εγώ σ΄ επαφή, στη ΙΔ΄ εφορεία Πατησίων, που όχι μόνο δεν κάνουν «λευκή απεργία» -όπως ίσως κάποιοι άλλοι- μα εργάζονται τίμια και αγόγγυστα). Έτσι κρατιόμαστε ακόμα. Το γκρέμισμα όμως επέρχεται.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

The Greek fat wedding

του Φώτη Γεωργελέ


Όταν η «News of the World» κατηγορήθηκε για υποκλοπές, ο ιδιοκτήτης της, ο πανίσχυρος Μέρντοχ, υποχρεώθηκε να την κλείσει. Κι ας ήταν από τις λίγες πια κερδοφόρες εφημερίδες στον κόσμο. Έστω και συμβολικά, το μήνυμα ήταν καθαρό: στις δημοκρατίες το παιχνίδι έχει κανόνες, και για όποιον τους παραβαίνει υπάρχει το έγκλημα και η τιμωρία, game over.
 

Τις ίδιες μέρες, στα γραφεία του ΔΝΤ στη Ν. Υόρκη εκτυλισσόταν μια κωμικοτραγική συνεδρίαση. Η περίφημη 5η δόση, που μας ταλαιπωρεί δυο μήνες, δεν μπορούσε να εκταμιευτεί γιατί, την τελευταία στιγμή, ανακαλύφθηκαν κι άλλα κρυφά χρέη, δυο δάνεια 60 εκατομμυρίων που είχαν πάρει δήμοι της Αττικής και δεν εξοφλούσαν τις δόσεις. Η συνεδρίαση καθυστέρησε 4 ώρες ενόσω όλοι απελπισμένα προσπαθούσαν να βρουν το δήμαρχο για να μάθουν τι συμβαίνει και δεν τον έβρισκαν γιατί ήταν σε γάμο. The Greek fat wedding. Τα πλήρωσε τελικά η Τράπεζα της Ελλάδος, τέλος καλό. Όλα καλά; Όχι τόσο, οι εκπρόσωποι 8 χωρών της Λατινικής Αμερικής αποφάσισαν να απέχουν, δείχνοντας έτσι τη δυσφορία τους. Χάνουμε φίλους, όλο και περισσότεροι κάθε μέρα πείθονται ότι τους κάνουμε πλάκα.

Ενάμιση χρόνο μετά το sos και τα μνημόνια, ανακαλύπτουμε ακόμη χρέη. Δημάρχους που δανείζονται από ελβετικές τράπεζες για να προσλάβουν 2.000 υπαλλήλους, φιλανθρωπικά ιδρύματα που χρεοκοπούν έχοντας περιουσία 800 ακίνητα, υπουργούς που αναπληρώνουν τις περικοπές των μισθών των υπαλλήλων τους με πλασματικές υπερωρίες, βουλευτές που κάνουν το ίδιο πολλαπλασιάζοντας τις συμμετοχές τους σε αμειβόμενες επιτροπές, άλλους που διεκδικούν αναδρομικές αυξήσεις συντάξεων, 99 σχολεία φαντάσματα, πανεπιστημιακές σχολές που δεν λειτούργησαν ποτέ, σωματεία εργαζομένων που επιδοτούνται από τις ΔΕΚΟ-εργοδότες τους, άλλα που εισπράττουν εκατομμύρια για τουρισμό, 250 χιλιάδες αιωνόβιους συνταξιούχους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης του ’40, κόμματα που χρωστάνε περιουσίες στις τράπεζες. Κυρίως, δηλαδή, ανακαλύπτουμε ότι εδώ, αντίθετα με την Αγγλία, δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχει τιμωρία, το παιχνίδι συνεχίζεται το ίδιο. Και αυτό το μήνυμα είναι το χειρότερο που μπορεί να υπάρξει, είναι αποτρεπτικό για κάθε προσπάθεια αλλαγής. Αν κάποιοι μπορούν να συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο, τότε κανείς άλλος δεν είναι διατεθειμένος να κάνει θυσίες.

Αν στη βρετανική εφημερίδα μπήκε λουκέτο με συνοπτικές διαδικασίες για να δοθεί ένα συμβολικό μήνυμα, το αντίστοιχο, αντίθετο συμβολικά, δικό μας μήνυμα είναι η ελληνική εφεύρεση του άρθρου 99: δεν υπάρχει τιμωρία, πτωχεύεις, συνεχίζοντας ανενόχλητα, φεσώνοντας απλώς τους πιστωτές σου. Το παιχνίδι δεν σταματάει ποτέ, ίδιο, χωρίς κανόνες. Το ελληνικό Δημόσιο αυτή τη στιγμή είναι ένα τεράστιο άρθρο 99. Χρεοκοπεί μεταφέροντας τις απώλειες στους άλλους. Δεν θέλει να αναλάβει το κόστος.
Κι εδώ οι ευθύνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μεγάλες. Η χώρα μας ένα πρωταρχικό καθήκον έχει, τη μείωση του ελλείμματος που δημιουργεί κάθε χρόνο το κράτος. Αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα, τίποτε άλλο. Ό,τι ρύθμιση του χρέους κι αν γίνει, αν δεν μειωθεί το έλλειμμα και να μας χαρίσουν το χρέος, σε 6-7 χρόνια θα το έχουμε ξαναδημιουργήσει.


Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει για να μειωθεί το έλλειμμα, όλοι ξέρουν. Η ευρωπαϊκή κοινότητα το λέει συνεχώς. Πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις, να ανοίξουν αγορές και επαγγέλματα, να διευθυνθεί η φορολογική βάση, να σταματήσουν η λεηλασία και η σπατάλη στο Δημόσιο, να περιοριστεί το κόστος του πολιτικού συστήματος, να εναρμονιστεί το δημοσιονομικό μας σύστημα με το ευρωπαϊκό. Ενώ όλα είναι γνωστά, μόλις φτάνουμε στο διά ταύτα, τότε οι τρόικες θυμούνται ότι υπάρχει ανεξάρτητη, κυρίαρχη κυβέρνηση η οποία θα αποφασίσει με ποιον τρόπο θα περιορίσει το έλλειμμα. Και αυτή φυσικά το κάνει όπως το έκανε πάντα, επιβαρύνοντας αυτούς που πληρώνουν πάντα. Στην πράξη, δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεχνάει το ρόλο του εταίρου και θυμάται το ρόλο του πιστωτή. Τα λεφτά θέλει, αδιαφορώντας για τον τρόπο. Αυτό όμως είναι όχι απλώς άδικο αλλά και αδιέξοδο. Το θέμα δεν είναι αν μειωθούν 5,5 δις ή 6 ή 6,5 τα έξοδα κάθε χρόνο. Το θέμα είναι αν θα γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, αυτές που θα κάνουν το οικονομικό σύστημα ξανά βιώσιμο, να μην παράγει συνεχώς ελλείμματα. Αλλά εδώ, η αυστηρότητα της Κοινότητας παραδόξως εξαντλείται. Μετράει πόσο έπεσε έξω κάθε τρίμηνο ο προϋπολογισμός, αλλά δεν μετράει καθόλου αν προωθούνται πραγματικά οι μεταρρυθμίσεις που επιβάλλει. Δεν λέει ότι δεν δίνει την 5η δόση επειδή δεν έγινε το ενιαίο μισθολόγιο, η ενιαία αρχή πληρωμών, η απογραφή του ευρύτερου δημοσίου τομέα, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, η απογραφή των νοσοκομείων, το κλείσιμο και η συγχώνευση των φορέων, η κατάργηση των 4.000 δημοτικών επιχειρήσεων, το κτηματολόγιο, τα σχέδια πόλης, η αύξηση της παραγωγικότητας του δημόσιου τομέα, η αξιολόγηση των υπαλλήλων και των φορέων, η σύλληψη της φοροδιαφυγής. Λέει ότι δεν την εκταμιεύει γιατί δεν μειώνεται το έλλειμμα. Ανησυχεί δηλαδή για το αποτέλεσμα και όχι για το μόνο τρόπο που μπορεί να φέρει αυτό το αποτέλεσμα.

Κι έτσι, απ’ αυτή την ιστορία, το μόνο που μένει είναι Μέτρα. Μνημόνια και Mεσοπρόθεσμα και άλλα μέτρα. Τα μέτρα δεν είναι κακά γιατί είναι άδικα. Γιατί αν ήταν απλώς άδικα αλλά αποτελεσματικά, συνηθισμένοι είμαστε, θα τα δεχόμαστε μπας και βγούμε ποτέ απ’ αυτή την ιστορία. Τα μέτρα είναι αναποτελεσματικά γιατί αποτελούν ένα πάτσγουορκ σωστών και λάθος περικοπών χωρίς κατεύθυνση, που στόχο έχουν να μαζέψουν λεφτά χωρίς να αγγίξουν τις δομές που αφαιρούν λεφτά. Να μειώσουν το κόστος του κράτους χωρίς να πειράξουν τις δομές που αναπαράγουν συνεχώς τη σπατάλη και τη λεηλασία. Χωρίς δηλαδή να βάλουν κανόνες, χωρίς να αλλάξουν το παράδειγμα. Όμως οι παγιωμένες δομές είναι πάντοτε ισχυρότερες. Το έλλειμμα πάλι μεγαλώνει.

Εκεί που χρειάζεται μια πανεθνική, μια συνολική προσπάθεια της κοινωνίας να δουλέψει, να αλλάξει τις ξεπερασμένες δομές, να ανοίξει το παιχνίδι, να δημιουργήσει νέο πλούτο, δυο χρόνια τώρα όλοι κάνουμε λογαριασμούς. Οι εφημερίδες έχουν μετατραπεί στο περιοδικό «Ο Λογιστής», οι πολίτες γράφουν και σβήνουν προσπαθώντας να καταλάβουν πόσα θα τους πάρουν. 300 ευρώ για το μπλοκάκι, 500 του χρόνου, έκτακτη εισφορά, ειδική μετά, ξανά έκτακτη, τόσο ο ημιυπαίθριος, τόσο ο φωταγωγός, τόσο το επίδομα αλληλεγγύης, τόσο το ΦΠΑ. Κόλαση. Καλύτερα να άνοιγαν τις καταθέσεις, να μπαίνανε στις τράπεζες να ’παιρναν το 10% απ’ ό,τι έχει ο καθένας, παρά αυτό το καθημερινό μαρτύριο μέτρων, νόμων, διατάξεων, φορολογικών νομοσχεδίων, ρυθμίσεων, ξανά απ’ την αρχή. Μπας και μας άφηναν μετά να δουλέψουμε. Όσο συνεχίζεται έτσι η κατάσταση, διέξοδος, φοβάμαι, δεν υπάρχει. Σε λίγους μήνες θα είμαστε πάλι στα ίδια. Ούτε αυτά τα «μέτρα» θα αποδώσουν. Η συντηρητική πολιτική έχει επικρατήσει αλλά είναι αδιέξοδη.

Πέρυσι τέτοιον καιρό, αφού είχε ψηφιστεί το Μνημόνιο, παρόλο που ξεκίνησε με άδικες οριζόντιες μειώσεις συντάξεων και μισθών, συναντούσε την κατά 70% υποστήριξη της κοινωνίας. Φέτος οι δημοσκοπήσεις δείχνουν 70% απόρριψη. Δεν είναι περίεργο. Η αυταπάτη της κυβέρνησης και όλου του πολιτικού συστήματος, ότι μπορεί με μικροβελτιώσεις να διατηρήσει το ξοφλημένο μοντέλο, μας στοίχισε την απώλεια ενός κρίσιμου χρόνου. 

(από την "Athens Voice")

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Οι ωδίνες του επόμενου βήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης



Το Φεβρουάριο του 2009, αρκετούς μήνες πριν την ένταξη της Ελλάδας στον άτυπο μηχανισμό στήριξης, είχαμε υποστηρίξει ότι η Γερμανία –μαθαίνοντας the hard way- θα ενέδιδε τελικά στην παροχή οικονομικής βοήθειας σε κράτη μέλη που βρίσκονται σε κρίση, με αντάλλαγμα μια αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία και εκτεταμένες διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτή η εξέλιξη είχαμε εκτιμήσει τότε, θα έθετε τη βάση για το επόμενο βήμα στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αυτό της σταδιακής δημιουργίας μιας δημοσιονομικής ένωσης στην ΕΕ.

Πράγματι, η Γερμανία πείστηκε το 2009 να παράσχει μαζί με τα υπόλοιπα κράτη μέλη οικονομική βοήθεια, αρχικά προς την Ελλάδα και στη συνέχεια προς την Ιρλανδία και την Πορτογαλία. Η πολιτική αυτή, ανέτρεψε ολόκληρη την αντίληψη πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το Μάαστριχτ και στη συνέχεια το Άμστερνταμ, σύμφωνα με την οποία απαγορεύονταν τόσο στην ΕΚΤ, όσο και στα κράτη μέλη να παρέχουν οικονομική βοήθεια σε δεύτερο κράτος μέλος σε περίπτωση κακής δημοσιονομικής κατάστασης του τελευταίου. Μέσα σε είκοσι μήνες η Ευρώπη άρχισε να κάνει μεγάλα βήματα προς τη δημιουργία ενός μόνιμου κεντρικού μηχανισμού διαχείρισης οικονομικών κρίσεων, βασικό στοιχείο οποιασδήποτε δημοσιονομικής ένωσης. Από τον άτυπο μηχανισμό στήριξης που φτιάχτηκε για την Ελλάδα, περάσαμε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (EFSM) και στη συνέχεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ενώ προβλέφτηκε ακόμα και η δυνατότητα ενός κράτους να προχωρήσει σε ελεγχόμενη αναδιάρθρωση των χρεών του εντός του EFSF από το 2013.

Το όποιο βήμα, βέβαια, υπήρξε αργό και ελλιπές. Σήμερα που το μέλλον της ίδιας της ευρωζώνης τίθεται σε αμφιβολία, λόγω των επιθέσεων των αγορών και των οίκων αξιολόγησης στην Ιταλία και την Ισπανία, κινδυνεύει να μείνει και μετέωρο. Οι εθνικοί εγωισμοί σε συνδυασμό με την ιδεολογική και πολιτική μυωπία των ευρωπαίων συντηρητικών, έχουν φροντίσει να ρίξουν την Ευρώπη και τον κόσμο σε μια διαρκή κρίση χωρίς τελειωμό. Πλέον το ενδεχόμενο να διαλυθεί το μαγαζί αποτελεί μαθηματική πιθανότητα. Όμως, και παρά τις Κασσάνδρες που φέρνουν με αναλύσεις τους την καταστροφή, δεν πιστεύουμε ότι αυτό τελικά θα συμβεί.

Όπως στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης χρέους, έτσι και στην περίπτωση της ιταλικής, η Ευρώπη θα βρεθεί για μία ακόμη φορά αντιμέτωπη με τις θεμελιώδεις αδυναμίες της αρχιτεκτονικής της.

Της οικονομικής: η σταθεροποιητική λειτουργία ενός κεντρικού προϋπολογισμού σε περίοδο κρίσης, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την ασυντόνιστη δράση πολλών δημοσιονομικών πολιτικών, ούτε βέβαια από μηχανισμούς στήριξης που ανταλλάσουν τη διάσωση με την τιμωρία.

Της πολιτικής: ο πόλεμος ενάντια στους οίκους αξιολόγησης και το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και το σινάφι των καταστροφολόγων που πλέον κλονίζει οικονομίες με πολύ πιο σοβαρή διάρθρωση και παραγωγή από της Ελλάδας, δεν μπορεί να κερδηθεί με έκτακτα Συμβούλια Κορυφής και διακηρύξεις καλών προθέσεων.

Αντιλαμβανόμενη το αδιέξοδο στο οποίο έχει βρεθεί, η Ευρώπη θα κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη και πολύ σύντομα θα οδηγηθεί στο αυτονόητο: την έκδοση ευρωομολόγου σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση ενός πιο στιβαρού συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης. Ήδη, με μισόλογα και διαρροές το έχουν προανακοινώσει. Η ουσία, όμως, είναι η δημιουργία μιας πραγματικής οικονομικής και πολιτικής ένωσης.

Στη συνέχεια, ωστόσο, η Ευρώπη θα πρέπει να απαντήσει άλλα δύο θεμελιώδη ζητήματα. Πρώτον, τι είδους δημοκρατία έχουμε στην Ευρώπη της δημοσιονομικής ένωσης όπου τα ιερατεία θα αποφασίζουν (στις χώρες του μνημονίου ήδη αποφασίζουν) για τις δαπάνες σε παιδεία και υγεία. Δεύτερον, ποιος θα κληθεί να πληρώσει τη φούσκα του πιστωτικού χρήματος που πέρασε από τους ισολογισμούς των χρεοκοπημένων τραπεζών στο δημόσιο χρέος, που στην περίπτωση των ανεπτυγμένων χωρών αναμένεται να φτάσει στο 100% του ΑΕΠ σχετικά άμεσα . Η πρόχειρη απάντηση που ήδη έχουμε είναι τα άγρια μέτρα λιτότητας που εφαρμόζονται σε όλη την ευρωζώνη. 

 (από το G700)

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Τα “έφαγαν” οι πολιτικοί;

του Τάκη Μίχα

Ένα από τα πλέον δημοφιλή αίτια που αναφέρονται στην δημόσια συζήτηση για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι ότι «τα έφαγαν οι πολιτικοί». Αυτό το επιχείρημα επιτρέπει σε έκαστον από εμάς να αρνείται να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια προσαρμογής στην σημερινή κατάσταση (είτε πληρώνοντας μεγαλύτερους φόρους είτε δεχόμενος μείωση μισθών/συντάξεων) με το δικαιολογητικό ότι στο βαθμό που τα «έφαγαν» άλλοι, δηλαδή οι πολιτικοί, αυτοί και μόνο αυτοί θα πρέπει να πληρώσουν το τεράστιο χρέος και τα ελλείμματα που έχουν συσσωρευθεί. Αυτή η άποψη πλέον σήμερα θεωρείται τόσο αυτονόητη ώστε, αν τολμήσει κανείς να την αμφισβητήσει, θα θεωρηθεί αυτόματα, αν όχι παράφρων, τότε τουλάχιστον «πράκτορας» της τρόικας, της Μέρκελ, των Εβραίων και γενικώς όλων όσων έχουν συσσωρεύσει τόσα δεινά για τον ελληνισμό -από τις Θερμοπύλες μέχρι σήμερα.

Φυσικά το ότι κάτι θεωρείται «αυτονόητο» δεν είναι και κατ' ανάγκη αληθές. Η άποψη ότι ένας κύριος με μακριά γενειάδα έφτιαξε τον κόσμο σε επτά ημέρες θεωρείτο κάποτε από πολλούς ανθρώπους ως αυτονόητο, αλλά αυτή η άποψη -αν εξαιρέσουμε τις ΗΠΑ και την Ελλάδα- έχει μάλλον αρχίσει να υποχωρεί.

Υπάρχουν δυο κυρίως αντεπιχειρήματα που καταδεικνύουν πως ο ισχυρισμός ότι τα «έφαγαν» οι πολιτικοί είναι αναληθής. Το πρώτο αντεπιχείρημα το οποίο αναπτύσσει ο συνάδελφος Κώστας Στούπας του capital.gr, προσεγγίζει το πρόβλημα από την πλευρά του δημοσίου χρέους.

Το δεύτερο αντεπιχείρημα το οποίο προσεγγίζει το θέμα από την πλευρά του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος, προέρχεται από τον Κωνσταντίνο Γιαννόπουλο, πτυχιούχο Διοίκησης Επιχειρήσεων και τελειόφοιτο της Νομικής Σχολής Αθηνών.

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι τα δυο κυριότερα πεδία στα οποία μπορούνε να «φάνε» οι πολιτικοί είναι τα δημόσια έργα και (σε μικρότερο βαθμό) οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου.

Αντεπιχείρημα 1: Τα συνολικά έξοδα για μεγάλα έργα στην Ελλάδα τα τελευταία 15 έτη δεν στοίχισαν μαζί με τις υπερτιμολογήσεις τους πάνω από 10 δις ευρώ (ΜΕΤΡΟ, Αττική Οδός, γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, αεροδρόμιο, Εγνατία κλπ.). Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα έργα της Ολυμπιάδας που στοίχισαν κατά την πιο απαισιόδοξη εκτίμηση 13 δις ευρώ. Τέλος, ας προσθέσουμε και τις εξοπλιστικές δαπάνες που στοίχισαν στην πιο ακραία περίπτωση 35 δις ευρώ. Το σύνολο λοιπόν όλων των δραστηριοτήτων που προσφέρουν ευκαιρίες πλουτισμού για τους πολιτικούς ανέρχεται σε 58 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι πολιτικοί είχαν την δυνατότητα να εισπράξουν ως μίζες το (εξωπραγματικό) ποσοστό του 15%. Αυτό μας δίνει σύνολο 8,7 δις ευρώ. Πρόκειται πράγματι για ένα πολύ σοβαρό ποσό, όμως είναι σταγόνα στον ωκεανό στο δημόσιο χρέος των 350 δις που χρωστάει το ελληνικό κράτος! Τα άλλα 341,3 δις ποιος τα «έφαγε»;

Αντεπιχείρημα 2: To 2011 o προϋπολογισμός των δημοσίων δαπανών ανήλθε σε 8,5 δις ευρώ. Οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου (προμήθειες) ανήλθαν σε 2,29 δις ευρώ. Το σύνολο λοιπόν αυτών των δυο δυνητικών πηγών αθέμιτου πλουτισμού ανήλθε σε 10,79 δις. Αν υποθέσουμε πάλι (εξωπραγματικές) μίζες της τάξης του 15% , τότε «φαγώθηκαν» συνολικά 1,615 δις. Όμως το ποσό αυτό ισοδυναμεί μετά βίας στο 0,7% του ΑΕΠ! Αλλά το έλλειμμα, αν δεν κάνω λάθος, ήταν 13% του ΑΕΠ. Τα άλλα 12,3% του ΑΕΠ ποιος τα “έφαγε”;

Προφανώς οι πολιτικοί έχουν τεράστια ευθύνη για την οικονομική κατάσταση που βρισκόμαστε. Όχι όμως επειδή «τα έφαγαν» όπως επιμένουν να διατείνονται πολλοί συμπολίτες μας. Η ευθύνη τους βρίσκεται κυρίως στην δημιουργία και διαιώνιση του πελατειακού κράτους. Και στο πελατειακό κράτος, όπως το λέει και ο όρος, ωφελούνται επίσης και κυρίως «οι πελάτες». Οι οποίοι σε ένα δημοκρατικό και «φιλολαϊκό» σύστημα όπως το ελληνικό, δεν αποτελούν ένα καθόλου ευκαταφρόνητο μέγεθος -πιθανότατα να είναι άνω του 50% των ψηφοφόρων των δυο μεγάλων κομμάτων.

(από το "protagon")

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

ΑΕΙ: μεταρρύθμιση και αντιμεταρρύθμιση

Η κρίση που βιώνουμε δεν επιτρέπει άλλες αναστολές και αναβολές στις αλλαγές στο ελληνικό πανεπιστήμιο

του Oρέστη Καλογήρου*

Μέσα στη μεταρρυθμιστική έρημο της κυβέρνησης κατατέθηκε επιτέλους το νομοσχέδιο για τις αλλαγές στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η μεταρρύθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου επείγει και εκκρεμεί εδώ και πολλά χρόνια. Διαχρονικά οι εσωτερικές αντιδράσεις σε κάθε απόπειρα μεταρρύθμισης στο πανεπιστήμιο ήταν και είναι πρωτοφανείς. Η κρίση που βιώνουμε όμως δεν επιτρέπει άλλες αναστολές και αναβολές.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια μετέωρο, χωρίς πυξίδα, χωρίς σχέδιο, χωρίς όραμα για το μέλλον. Οι ζωντανές του δυνάμεις ασφυκτιούν μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο διοίκησης, που εγκλωβίζει την ακαδημαϊκή ζωή σε μια έντονα γραφειοκρατική λειτουργία η οποία στηρίζεται στην κατ' επίφαση δημοκρατική αρχή «όλοι διοικούμε όλους». Σε αυτό το γραφειοκρατικό σύστημα διοίκησης βρίσκουν πεδίο δράσης κομματικές, φατριαστικές, ιδιοτελείς ομάδες συμφερόντων που αυτονομούνται από το συλλογικό υποκείμενο και δρουν προς ίδιον όφελος. Υλικές ή άυλες πρόσοδοι, νεποτισμός, φαβοριτισμός, σφαίρες επιρροής και ζώνες εξουσίας, διάχυση της ευθύνης, ώστε κανείς να μην είναι τελικά υπόλογος, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των συστημάτων. Το αποτέλεσμα είναι ο εξισωτισμός προς τα κάτω αντί για την επιδίωξη αριστείας, η αυτοαναφορικότητα και η εσωστρέφεια αντί του διαλόγου με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, η αδυναμία λήψης αποφάσεων στρατηγικού χαρακτήρα. Γιατί εντέλει ένα σύστημα διοίκησης είναι ένας μηχανισμός λήψης αποφάσεων. Οταν αυτός ο μηχανισμός δεν λειτουργεί τότε πρέπει να αντικατασταθεί.

Η εξαγγελλόμενη μεταρρύθμιση επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα του μοντέλου διοίκησης εισάγοντας τον θεσμό του Συμβουλίου Ιδρύματος. Εδώ εγείρεται από πολλές μεριές η ένσταση περί του αυτοδιοίκητου. Οπως γίνεται συχνά στον δημόσιο διάλογο, η έννοια αυτή διαστρεβλώνεται έτσι, ώστε η συντεχνιακή αντίδραση να περιβληθεί τον μανδύα του υπερασπιστή της δημοκρατικής νομιμότητας. Η έννοια του αυτοδιοίκητου στο πανεπιστήμιο αφορά το δικαίωμα της πανεπιστημιακής κοινότητας να ορίζει αυτή και μόνον τα όργανα διοίκησης. Με την εξαγγελλόμενη ρύθμιση το σύνολο των καθηγητών ενός ΑΕΙ εκλέγει με καθολική ψηφοφορία επτά καθηγητές του ιδρύματος και το σύνολο των φοιτητών έναν συνάδελφό τους ως εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου Ιδρύματος. Οι οκτώ εσωτερικοί με τη σειρά τους εκλέγουν επτά εξωτερικά μέλη με βάση «την καθολική τους αναγνώριση στην επιστήμη, τα γράμματα, την τέχνη, τον κριτικό στοχασμό, την κοινωνική του δραστηριότητα ή τη σημαντική του προσφορά στο κοινωνικό σύνολο από θέση ευθύνης και η γνώση και εμπειρία στον τομέα διοίκησης». Η διαδικασία αυτή εξασφαλίζει απολύτως το αυτοδιοίκητο. Πρόσφατα παρακολούθησα με ενδιαφέρον μια ομιλία ενός γερμανού καθηγητή προέδρου Συμβουλίου Ιδρύματος γερμανικού πανεπιστημίου και πρώην πρύτανη του δικού του ιδρύματος σχετικά με τις εμπειρίες από την αντίστοιχη μεταρρύθμιση στη Γερμανία. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η εξής αναφορά του. Με πρόχειρους υπολογισμούς στα γερμανικά πανεπιστήμια υπηρετούν ως εξωτερικά μέλη των συμβουλίων ιδρύματος χίλιες προσωπικότητες από την αφρόκρεμα της γερμανικής κοινωνίας. Το γεγονός ότι αυτές οι χίλιες προσωπικότητες εργάζονται για το συμφέρον των γερμανικών πανεπιστημίων τα έχει ιδιαίτερα ωφελήσει. Είναι φυσικά βαριά η ευθύνη της πανεπιστημιακής κοινότητας να επιλέξει αυτού του είδους τις προσωπικότητες, που θα εργαστούν για το συμφέρον του ελληνικού πανεπιστημίου.

Αντί για νηφάλιο διάλογο, αντί για έναν κριτικό αναστοχασμό τις τελευταίες ημέρες εκπέμπονται απίστευτες ανακρίβειες που σε ορισμένες περιπτώσεις μοιάζουν με συνειδητά ψεύδη. Ιδιωτικοποίηση, εμπορευματοποίηση, ξεπούλημα, θανατική καταδίκη και ένα σωρό άλλες υπερβολές εκτοξεύονται κυρίως από εκείνους που είναι υπεύθυνοι για το επίπεδο του ελληνικού πανεπιστημίου, που βρίσκονται εντός του συστήματος των κομματικών, φατριαστικών και ιδιοτελών ομάδων συμφερόντων και που το καταδυναστεύουν επί χρόνια. Από την άλλη μεριά, η ελληνική κοινωνία έχει κατανοήσει εδώ και πολύ καιρό την επείγουσα ανάγκη για βαθιές τομές στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια η κοινωνία, οι γονείς, οι φοιτητές αυτό που ζητούσαν από το ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν περισσότερο ένα χαρτί για την πρόσβαση στο Δημόσιο, παρά η επιστημονική κατάρτιση για μια ανταγωνιστική θέση στην αγορά εργασίας. Από τη σκοπιά αυτή και η ευθύνη της κοινωνίας είναι μεγάλη. Ολο και περισσότερο η κοινωνία συνειδητοποιεί την ανάγκη για βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Και από την άποψη αυτή η κοινωνία είναι πιο μπροστά από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Ομως και στο εσωτερικό του ελληνικού πανεπιστημίου είναι πολλές οι δυνάμεις, οι οποίες έχουν κατανοήσει την ανάγκη τομών και αλλαγών που μπορούν υπό προϋποθέσεις να απελευθερώσουν τις τεράστιες δυνάμεις του.

* o Ορέστης Καλογήρου είναι καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής του ΑΠΘ

(από τα " Νέα")

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

«CDS και Παπανδρέου» - Μισές αλήθειες και ολόκληρα ψέματα στο ρεπορτάζ της «Ε»

Με σημερινό (11/07) πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ της Αριστέας Μπουγάτσου υπό τον τίτλο «CDS και Παπανδρέου», η «Ελευθεροτυπία» αποκαλύπτει τη σχέση του Ανδρίκου Παπανδρέου, αδερφού του Πρωθυπουργού, με την επενδυτική εταιρεία Unigestion, η οποία σύμφωνα με τον υπέρτιτλο του ρεπορτάζ «διαχειρίζεται κεφάλαια κατά της Ελλάδας».

Την είδηση βέβαια την πρωτοδιάβασα στο news247, υπό τον πηχαίο –και σαφώς πιο πιασάρικο- τίτλο: «"Έπαιζε" με CDS ο Αντρίκος Παπανδρέου». Και φυσικά μια τέτοια αποκάλυψη έχει αναπαραχθεί δεόντως σε πληθώρα ειδησεογραφικών και μη blogs, με την αναμενόμενη απλουστευτική κοπτοραπτική του πρωτότυπου ρεπορτάζ, την τερατολογική μεγέθυνση των «στοιχείων» της έρευνας, και –πάνω απ’όλα- αντίστοιχους πιασάρικους τίτλους. Η αναμετάδοση των αναρτήσεων και ο σχολιασμός τους ως «απόδειξη εσχάτης προδοσίας» της οικογένειας Παπανδρέου, δίνουν και παίρνουν.

Τι "αποκάλυψε" λοιπόν η «Ελευθεροτυπία»; Δύο είναι τα στοιχεία-"πυλώνες" του ρεπορτάζ:
  • Ο Αντρίκος Παπανδρέου ήταν "υψηλόβαθμο στέλεχος" της Unigestion
  • η Unigestion διαχειρίζεται CDS κατά της Ελλάδας
To βολικό συμπέρασμα λοιπόν που κατέκλυσε σήμερα το διαδίκτυο: «ο Ανδρίκος Παπανδρέου συμμετείχε σε κερδοσκοπικά παιχνίδια εις βάρος της Ελλάδας».

Το ρεπορτάζ της «Ε» είναι βέβαια αρκετά προσεκτικά γραμμένο ώστε να μην κάνει ευθεώς τον ισχυρισμό αυτό, αλλά αφήνει υπόνοιες και ερωτηματικά να αιωρούνται, κάνοντας αναφορά στις γνωστές καταγγελίες του Π. Καμμένου (για τις οποίες ο Α. Παπανδρέου έχει ηδη διαμηνύσει ότι θα καταφύγει στη Δικαιοσύνη), αλλά και σε ανάλογα δημοσιεύματα του “antinews” και του “Olympia”.

Τι ισχύει όμως στην πραγματικότητα; Ποιο το είδος της συνεργασίας του Α. Παπανδρέου με την Unigestion; Εμπλέκεται η δεύτερη σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες εις βάρος της Ελλάδας; Διαβάζοντας προσεκτικά το ρεπορτάζ της «Ε» και αναλύοντας κριτικά τα στοιχεία τα οποία επικαλείται, φαίνεται ότι τα τελικά συμπεράσματα του ρεπορτάζ και οι υπόνοιες που αφήνει να αιωρούνται είναι παντελώς αυθαίρετα.

Ποια η σχέση του Α. Παπανδρέου με τη Unigestion;

Καταρχήν, τη "δυσεύρετη" παρουσίαση της Unigestion –όπως αναφέρει σχεδόν συνωμοσιολογικά το άρθρο της «Ε»- την ανακάλυψα μέσα σε τρία δευτερόλεπτα με απλή αναζήτηση του τίτλου της στο Google, πάνω-πάνω μάλιστα: "Environmental Sustainability - The Private Equity Edge". Εδώ, για όσους ενδιαφέρονται.

Τι είναι λοιπόν η περίφημη αυτή παρουσίαση; Με ημερομηνία Μαρτίου 2009, αφορά μια επενδυτική πρόταση της Unigestion σε funds και εταιρείες περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ενεργειακής εξοικονόμησης. Στην Επιτροπή Στρατηγικού Σχεδιασμού (Strategic Committee) για τη συγκεκριμένη επενδυτική πρόταση περιβαλλοντικής αειφορίας εμφανίζεται πράγματι ο A. Παπανδρεου και κάποιος Bertrand Piccard. Ποιος είναι ο Bertrand Piccard; Επιστήμονας, εξερευνητής και πρέσβης Καλής Θέλησης του ΟΗΕ  για θέματα ηλιακής ενέργειας. Εδώ, το ενδιαφέρον βιογραφικό του.

Διαβάζοντας την παρουσίαση γίνεται προφανές ότι ο Β. Piccard και ο Α. Παπανδρέου είναι εξωτερικοί συνεργάτες-σύμβουλοι και όχι στελέχη της Unigestion: "Strategic Committee to complement in-house expertise" αναφέρει η έκθεση («η Επιτροπή Στρατηγικού Σχεδιασμού συμπληρώνει την εσωτερική τεχνογνωσία της εταιρείας»).

Στο δε οργανόγραμμα της εταιρείας το οποίο επικαλείται η «Ε» ότι αποδεικνύει την περίοπτη θέση της επιτροπής «πάνω από όλους τους άλλους», η Επιτροπή εμφανίζεται με οριζόντια γραμμή σε σχέση με τη διοίκηση της εταιρείας, ενδεικτικό του συμβουλευτικού της ρόλου και όχι τη σχέση διοικητικής εξάρτησης ή ιεραρχίας.

Πέραν του ρεπορτάζ της «Ε», περισσότερα για την επενδυτική αυτή πρόταση μαθαίνουμε στο από 08/06 Δελτίο Τύπου της Unigestion. Εκεί διαβάζουμε, ότι η Unigestion σε συνεργασία με το “Ethos” (Ελβετικό ίδρυμα για την Αειφόρο Ανάπτυξη) και την “Επιτροπή Στρατηγικού Σχεδιασμού” που αποτελείται από "ειδικούς της περιβαλλοντικής αειφορίας" (Παπανδρέου, Piccard, Iacono και Biedermann) δημιούργησαν το συγκεκριμένο fund επενδύσεων σε τομείς περιβαλλοντικής αειφορίας. 

Το μόνο λοιπόν που αποδεικνύεται από τα παραπάνω, είναι ότι ο Α. Παπανδρέου όντως είχε κάποιου είδους συνεργασία με τη Unigestion, στα πλαίσια μιας συμβουλευτικής Επιτροπής για ένα fund επενδύσεων σε εταιρείες περιβαλλοντικής αειφορίας, προφανώς με βάση την ιδιότητά του ως καθηγητής οικονομίας του Περιβάλλοντος, αλλά και της σχετικής ενασχόλησης του σε θέματα Πράσινης Ανάπτυξης (θυμίζουμε ότι είναι Πρόεδρος της ΜΚΟ «Institute for Climate and Energy Security»).

Που έγκειται λοιπόν το έγκλημα; Μήπως επειδή τάχα η Unigestion εμπλέκεται σε «κερδοσκοπικά παιχνίδια σε βάρος της Ελλάδας»; Φευ, τα "στοιχεία" που επικαλείται η «Ε» στο δεύτερο σκέλος του ρεπορτάζ, είναι το λιγότερο απογοητευτικά, για να μην πω αστεία.

Η "ανθελληνική" δραστηριότητα της Unigestion

Το άρθρο της «Ε» επικαλείται ένα ενημερωτικό newsletter του Νοεμβρίου 2010, με το οποίο η Unigestion –σύμφωνα πάντα με το άρθρο- «δίνει συμβουλές και προτείνει CDS». Το ρεπορτάζ αναπαράγει μάλιστα και σχετικό πίνακα-γράφημα, με το οποίο η Unigestion «περιγράφει φόρα παρτίδα τις αποδόσεις των CDS, όπου δεσπόζουν τα ελληνικά CDS που χτυπούν υψηλές αποδόσεις».

Το επίμαχο newsletter είναι ευτυχώς άμεσα προσβάσιμο στο site της Unigestion, εδώ. Mε την πρώτη ανάγνωση γίνεται προφανές ότι ο πίνακας με τις τιμές των CDS που απλά συνοδεύει ένα από τα άρθρα του newsletter –και επικαλείται ως στοιχείο η "Ε"- έχει ως πηγή του το “Bloomberg”, τον γνωστό διεθνή οίκο πληροφόρησης για χρηματοοικονομικά θέματα. Το ενημερωτικό σημείωμα επικαλείται το συγκεκριμένο πίνακα λέγοντας σε γενικές γραμμές ότι «μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ακόμα και επενδύσεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν "χαμηλού ρίσκου", όπως τα κρατικά ομόλογα, είναι πλέον επίφοβες (βλ. σχετικό Πίνακα CDS)»
Και αυτή είναι η μοναδική αναφορά του σημειώματος στα διαβόητα CDS!

Στη συνέχεια του σημειώματός της, η Unigestion απλά αναλύει τα εργαλεία που χρησιμοποιεί στις επενδυτικές της αποφάσεις σε διάφορες εταιρείες και κλάδους ώστε να συνυπολογίσει το ενδεχόμενο ρίσκο της επένδυσης, λόγω της αυξημένης επισφάλειας των αντίστοιχων κρατικών ομολόγων στις χώρες όπου δραστηριοποιείται η κάθε εταιρεία.

Το συγκεκριμένο ενημερωτικό σημείωμα δεν κάνει λοιπόν καμία απολύτως αναφορά στην Ελλάδα, ούτε διαφημίζει πώληση CDS, ούτε οποιαδήποτε επένδυση σε τέτοιου είδους χρηματοοικονομικά προϊόντα!

Μια απλή χρηματοοικονομική ανάλυση λοιπόν, κι ένας πίνακας τιμών CDS, που θα μπορούσε να έχει εμφανιστεί σε οποιαδήποτε οικονομική εφημερίδα ή σε newsletter οποιουδήποτε επενδυτικού οίκου, χρησιμοποιείται από την «Ε» για την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η Unigestion «διαχειρίζεται κεφάλαια κατά της Ελλάδας», με σαφή στόχο τη δαιμονοποίηση της εν λόγω εταιρείας.  Έχοντας εν τω μεταξύ στοχοποιήσει τον Α. Παπανδρέου λόγω της συνεργασίας του με αυτήν, ολοκληρώνει το άρθρο τη δημοσιογραφική του "ακροβασία" με τον υπέρτιτλο «ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ».

Μισές αλήθειες λοιπόν στο ρεπορτάζ της «Ε», οι οποίες σε συνδυασμό με τα αυθαίρετα συμπεράσματα δημιουργούν ολόκληρα ψέματα–βέλη στη φαρέτρα πλείστων καλοθελητών-προπαγανδιστών που δηλητηριάζουν καθημερινά το δημόσιο διάλογο. Αν δε σεβόμουνα την ιστορία της "Ελευθεροτυπίας", κάλλιστα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τα παραπάνω όχι σαν απλή "δημοσιογραφική ακροβασία", αλλά σαν δημοσιογραφική αλητεία...

(reason-gr

"Ψωροκώσταινα" ή "Ισχυρή Ελλάδα"; Επιστροφή στο παρελθόν;

του Σταθη Ν. Καλυβα*

Προτού ξεσπάσει η κρίση και για μια περίπου δεκαπενταετία, θαμπωμένοι από την πρωτοφανή ευμάρεια, καμαρώναμε για την πολιτική μας παρουσία στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Οι λαοί της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης συνωστίζονταν στη χώρα μας παρακαλώντας για δουλειές που δεν καταδεχόμασταν πια. Οργανώναμε Ολυμπιακούς στην Αθήνα και κατακτούσαμε ευρωπαϊκά κύπελλα στη Λισσαβώνα. Εκείνη την εποχή είχε μεγάλη πέραση το αφήγημα της «ισχυρής Ελλάδας». Ηρθε όμως η κρίση και το διέλυσε.

Στη θέση του ξανανακαλύψαμε ένα παλαιότερο αφήγημα: της «Ψωροκώσταινας». Σύμφωνα μ’ αυτό, η ιστορική μας μοίρα είναι η διαβίωση στο περιθώριο της Ευρώπης και των ανεπτυγμένων χωρών. Οι κατακτήσεις της τελευταίας τεσσαρακονταετίας θεωρούνται πλασματικές, ένα είδος απάτης, ενώ η πορεία προς την κατάρρευση φαντάζει προδιαγεγραμμένη. Τι το θέλαμε το ευρώ; Ας επιστρέψουμε, λέει το αφήγημα αυτό, εκεί που πραγματικά ανήκουμε, δηλαδή στην εθνική μας μοναξιά, φτωχοί μεν αλλά περήφανοι.

Την τάση αυτή ενισχύει η πλειοψηφία των ξένων αναλυτών. Η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ για το ευρώ, μας λένε, και άρα κακώς μας έβαλαν μέσα. Αρκετοί μάλιστα χτίζουν το επιχείρημά τους πάνω σε ένα ιστορικό αφήγημα που ερμηνεύει την ελληνική κρίση ως αναπόφευκτη κατάληξη μιας παθολογικής ιστορικής διαδρομής που δομήθηκε πάνω στην πολιτική αστάθεια, τη διχόνοια και τη διαφθορά. Για να περιοριστώ σε ένα μόνο παράδειγμα, ο Roger Cohen, ένας από τους σοβαρότερους αρθρογράφους των New York Times, αναπαράγει σε πρόσφατο άρθρο του ένα στερεοτυπικό ιστορικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η ιστορία της Ελλάδας δεν είναι παρά μια διαδοχή καταστροφών: πόλεμοι, εθνοτικές εκκαθαρίσεις, δικτατορικά καθεστώτα και ένας εμφύλιος που τις συνέπειές του υφιστάμεθα έως σήμερα. Η ταραγμένη αυτή ιστορία παρήγαγε μια διεφθαρμένη, πελατειακή και καχύποπτη κοινωνία που δεν μπορούσε παρά να οδηγηθεί στη χρεοκοπία. Η είσοδός μας στην Ευρωζώνη ήταν μια απάτη, γράφει ο Cohen, ένα ψέμα που μεγαλώνει όσο εξακολουθεί να διαρκεί.

Ομως το αφήγημα της Ψωροκώσταινας πάσχει όσο και το αντίστοιχο της ισχυρής Ελλάδας. Και τα δύο γενικεύουν αποκλειστικά από το παρόν, ενώ απλοποιούν ασύστολα την ιστορία. Το αφήγημα της Ψωροκώσταινας αγνοεί το προφανές: πως ακόμη και αν συνυπολογίσουμε τη σημερινή κρίση, η πορεία της Ελλάδας υπήρξε εντυπωσιακά επιτυχημένη. Η Ελλάδα ήταν μία από τις πρώτες αποικίες που έφτιαξε εθνικό κράτος, ένα από τα πρώτα κράτη που εισήγαγε δημοκρατικό πολίτευμα με καθολική ανδρική ψηφοφορία και μία από τις πρώτες χώρες της περιφέρειας που ξέφυγε από την οικονομική υπανάπτυξη (ζουν ακόμη άνθρωποι που μοιράζονταν το σπίτι τους με ζώα!). Παρά τα όσα γράφονται σήμερα, η Ελλάδα έζησε κυρίως σε καθεστώς ειρήνης και δημοκρατίας και όχι κάτω από εμπόλεμες ή δικτατορικές συνθήκες. Η σύγκριση με τις γειτονικές μας χώρες, με τις οποίες μοιραζόμαστε μια παράλληλη ιστορία Οθωμανικής επικυριαρχίας, είναι καταλυτική. Εντέλει, δεν περνάς από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο, ούτε φτάνεις να είσαι μέσα στις τριάντα πιο πλούσιες χώρες του κόσμου μέσω απάτης και κοροϊδίας.

Το έλλειμμα, το χρέος και τα νούμερα

του Πάσχου Μανδραβέλη

Αν το ελληνικό κράτος την 1η Ιανουαρίου 2009 είχε μηδενικό χρέος, στο τέλος του ίδιου χρόνου το χρέος της θα ήταν 23,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Τόσα περισσότερα ήταν τα έξοδα του Δημοσίου από τα έσοδά του και τόσα έπρεπε να δανειστεί από τις αγορές για να τα βγάλει πέρα. Αυτό στη γλώσσα των οικονομολόγων είναι το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Εσοδα μείον δαπάνες εκτός τόκων και χρεολυσίων.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι την τελευταία ημέρα του 2009 το ελληνικό κράτος ήθελε να κάνει μια νέα αρχή. Αποφάσιζε να κηρύξει ολόκληρο το δημόσιο χρέος «επαχθές», όπως είναι εσχάτως η ορολογία της μόδας. Διέγραφε ολόκληρο το χρέος προς τους πιστωτές του και δεν είχε δευτερογενείς αρνητικές επιπτώσεις. Δηλαδή υποθέτουμε όλα όσα αποκρύπτουν οι υπερασπιστές των εύκολων λύσεων, της αναδιάρθρωσης του χρέους ή της στάσης πληρωμών μόνο προς τους πιστωτές. Υποθέτουμε δηλαδή ότι: α) Δεν θα επηρεαζόταν οι διεθνείς μας σχέσεις· Γάλλοι, Γερμανοί (κυρίως), αλλά Αγγλοι, Αμερικανοί κ.λπ. θα έλεγαν «δεν πειράζει που οι τράπεζές μας εγγράφουν ζημία δεκάδων δισ. Εσείς να είστε καλά και στα εθνικά σας θέματα εμείς τώρα θα σας στηρίξουμε ακόμη περισσότερο». β) Κατά ένα μαγικό τρόπο οι εγχώριοι πιστωτές του κράτους (δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία) αναπλήρωναν τα εκατό δισεκατομμύρια που θα είχαν χάσει από τα μηδενισμένα ομόλογα του Δημοσίου γ) Κανένας Ελληνας δεν θα έτρεχε στις τράπεζες να αποσύρει τις καταθέσεις του· να υπενθυμίσουμε ότι μόνο με τη φιλολογία περί πτώχευσης έφυγαν περί τα 40 δισ. από τις τράπεζες. δ) Η πιστοληπτική ικανότητα και των ελληνικών τραπεζών, αλλά και των ελληνικών επιχειρήσεων θα παρέμενε αμετάβλητη. Δηλαδή παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα θα είχε κηρύξει πτώχευση οι εγγυητικές επιστολές που χρησιμοποιούν οι εξαγωγικές και εισαγωγικές επιχειρήσεις, θα περνούσαν σαν καινούργιες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δανεικά τέλος

Βέβαια, ακόμη και στον φανταστικό κόσμο που κηρύσσουν οι οπαδοί των ριζοσπαστικών λύσεων, θα πρέπει να υπάρχει μια αρνητική συνέπεια. Αυτή εκ των πραγμάτων θα είναι η στάση πληρωμών και των δανειστών. Δηλαδή, όσο κι αριστερός να είναι κάποιος δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει στα σοβαρά ότι αμέσως μετά την κήρυξη χρεοκοπίας θα έτρεχαν κάποιοι να δανείσουν μια χώρα που έβαλε «φέσια» στην αγορά.

Χωρίς τα δανεικά, λοιπόν, και χωρίς άλλες αρνητικές επιπτώσεις από τη διαγραφή του χρέους το κράτος θα έπρεπε το 2010 να περικόψει τις δαπάνες του ή να αυξήσει τα φορολογικά του έσοδα κατά 23,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Οσα μάζεψε τόσα έπρεπε και να ξοδέψει.

Ελέω Μνημονίου, όμως, το 2010 το κράτος περιέκοψε 12,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή ξόδεψε 11 δισ. περισσότερα απ’ όσα εισέπραξε. Αυτό σημαίνει ότι αν πόνεσαν τα μέτρα που προέβλεπε το Μνημόνιο, τα μέτρα χωρίς το Μνημόνιο θα πόναγαν διπλά. Θα έπρεπε να κόψουμε περαιτέρω τους μισθούς και τις συντάξεις ή να αυξήσουμε περισσότερο τη φορολογία ή ότι, τέλος πάντων, θα χρειαζόταν για να μειώσουμε το πρωτογενές έλλειμμα κατά 23,5 δισ. Αλλά ακόμη και φέτος και με την προϋπόθεση ότι το Μνημόνιο θα εφαρμοστεί τέλεια (που δεν εφαρμόστηκε πλήρως το 2010· έπρεπε να περικόψουμε 14,5 δισ. και τελικά περικόψαμε 12,5) το κράτος θα ξοδέψει 2,3 δισεκατομμύρια περισσότερα από αυτά που θα εισπράξει (1% του ΑΕΠ). Αν τα εισπράξει. Και αν περικόψει τις δαπάνες και δεν υπάρχουν υπουργοί που ό,τι κόβουν με το ένα χέρι το δίνουν με το άλλο.

Εκ των πραγμάτων και εξαιτίας του Μνημονίου η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας είναι πιο ήπια, απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς το Μνημόνιο. Ακόμη κι αν όλες οι άλλες παράμετροι της οικονομίας δεν διολίσθαιναν αρνητικά, θα έπρεπε το 2010 να περικόψουμε 23 δισ. αντί 12,5.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Τι θα έκανα με το άγος του ΟΣΕ

του Κωστή Λυμπουρίδη


Ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας είναι μια ιστορία αθλιότητας, την οποία ανέχονται αδιαμαρτύρητα οι Έλληνες φορολογούμενοι για πολλά χρόνια. Θα παραθέσω ορισμένα στοιχεία που συνθέτουν το μέγεθος της καταστροφής.

Τα βασικά οικονομικά στοιχεία του Οργανισμού τα τελευταία χρόνια έχουν ως εξής:









Αυτό σημαίνει ότι:

  • για κάθε εισιτήριο των 17 ευρώ που αγοράζουμε, ο ΟΣΕ καταβάλλει μισθό 29 ευρώ, μπαίνει συνολικά μέσα 93, επιδοτείται από το Δημόσιο με 54 και δανείζεται άλλα 48!
  • κάθε Έλληνας χρωστάει 1.000 χρέος, απλά για να υπάρχει ο ΟΣΕ!
  • το κόστος προσωπικού (ακόμα και το μειωμένο του 2009) αντιστοιχεί σε 4.182 εργαζόμενους (κυρίως βασικής εκπαίδευσης), δηλαδή μέσο κόστος 70.000 ευρώ ανά εργαζόμενο!
Το άγος συμπληρώνεται από τα παρακάτω στοιχεία:
  • ο ΟΣΕ καλύπτει μόλις το 2,5% των εμπορευματικών μεταφορών στην Ελλάδα (το 97,5% διενεργείται οδικώς, δηλαδή με νταλίκες). Αλλά και σε αυτό ακόμα το ποσοστό, πρέπει να υπολογίσουμε και το «παραμάγαζο» που πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι είχαν στήσει εργαζόμενοι και εκμεταλλεύονταν το δίκτυο του ΟΣΕ εισπράττοντας οι ίδιοι.
  • το 30% των 2.500 χλμ δικτύου του είναι στο παλαιό, μη ευρωπαϊκό, πλάτος και στην ουσία είναι άχρηστο.
  • το δίκτυο του ΟΣΕ καλύπτει περίπου 20 από τους 51 νομούς της Ελλάδας, ενώ όλοι οι νομοί διαθέτουν ΚΤΕΛ, τα οποία τον ανταγωνίζονται στη μεταφορά επιβατών
  • 2.700 υπάλληλοι πρόκειται να μεταταγούν στο Δημόσιο, προκειμένου να πάψει ο ΟΣΕ να είναι ζημιογόνος. Αυτό σημαίνει ότι αφενός έτσι κι αλλιώς θα μπορούσε να δουλεύει με 1.500 εργαζόμενους, αφετέρου ότι το κόστος μισθοδοσίας απλά «θα κρυφτεί» στο αχανές Δημόσιο.
Δυστυχώς, η μόνη λύση για τον ΟΣΕ είναι το άμεσο κλείσιμο. Μια ανώνυμη εταιρία με ζημιές 4 με 9 φορές το τζίρο της θα είχε κλείσει προ πολλού, καθώς κανείς μέτοχος δεν θα έβαζε πλέον λεφτά. Πρέπει επιτέλους και ο μέτοχος του ΟΣΕ, το Ελληνικό Δημόσιο, να αντιληφθεί ότι εκπροσωπεί όλους εμάς τους φορολογούμενους που δεν δεχόμαστε πλέον να χρηματοδοτούμε 4.200 υπαλλήλους Δημοτικού με 70.000 ευρώ το χρόνο.

Τι θα έκανα τον ΟΣΕ; Θα τον έκλεινα σε μια μέρα και θα έδινα στους υπαλλήλους του το προβλεπόμενο επίδομα ανεργίας, που έτσι κι αλλιώς θα έπαιρνε κάθε μη προνομιούχος εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα. Στο κράτος θα έμενε ένα χρέος περίπου 11 δις ευρώ, αλλά και η υποδομή. Με έναν πλειοδοτικό διαγωνισμό θα καλούσα οποιαδήποτε σιδηροδρομική εταιρία της Ευρώπης στήσει μια νέα εταιρία εκ του μηδενός, προσλαμβάνοντας και πολλούς απολυμένους του ΟΣΕ, με μισθούς αγοράς. Στη νέα σιδηροδρομική εταιρία θα παρείχα πλήρως ελεύθερα τιμολόγια, και μάλιστα στους νομούς όπου υπάρχει σιδηροδρομικό δίκτυο θα απελευθέρωνα και τα τιμολόγια των τοπικών ΚΤΕΛ. Ο ανταγωνισμός των δύο φορέων θα οδηγούσε σε μικρότερες τιμές και καλύτερες υπηρεσίες.

Δυστυχώς αυτά θα έκανε κάποιος που επιχειρούσε να βάλει μια τάξη στη μαύρη τρύπα του Δημοσίου, και όχι μια Κυβέρνηση, βασική προτεραιότητα της οποίας είναι να διαφυλάξει τα παιδιά που προσέλαβε, να κρύψει από τους φορολογουμένους τους τεράστιους μισθούς που παίρνουν για μηδενικό έργο και να μας αναγκάσει να συνεχίσουμε να πληρώνουμε κοντά στο 1 δις το χρόνο λόγω της «κοινωνικής σημασίας του σιδηρόδρομου».

Υ.Γ. Αν δεν σας έπεισα, ίσως σας πείσει ότι η ως άνω εταιρία που ζει αποκλειστικά απομυζώντας τους φόρους μας, προκηρύσσει διαγωνισμό ύψους 33.000 ευρώ για μίσθωση δυο δωματίων σε ξενοδοχείο στο Κιάτο....

(από το Ε-Δράση)

Γ. Προβόπουλος: Η κλεψύδρα έχει φθάσει στο τέλος

Χρειάζεται ισχυρή επανεκκίνηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας - Για να πετύχουμε χρειάζεται να βάλουμε πλάτη όλοι: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις - Υπέρτατο εθνικό καθήκον να διαφυλάξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας

συνέντευξη στον Βασίλη Zήρα

Ο χρόνος που έχει η Ελλάδα για να πείσει την Ευρωζώνη και τις αγορές ότι μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους της τελειώνει, προειδοποιεί ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γιώργος Προβόπουλος, και καλεί τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις να συμβάλλουν στην προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Ο κ. Προβόπουλος ασκεί εμμέσως κριτική στην κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι υπήρξαν καθυστερήσεις και παραλείψεις στην υλοποίηση του Μνημονίου που έπληξαν την αξιοπιστία της χώρας και ενίσχυσαν την αβεβαιότητα. Επίσης, τονίζει ότι το Μεσοπρόθεσμο σχέδιο δεν δίνει επαρκή έμφαση στον περιορισμό των δαπανών, ενώ η επιβάρυνση των φορολογουμένων έχει εξαντλήσει τα όριά της. Αναφερόμενος εμμέσως στην αντιπολίτευση επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και η συντήρηση τέτοιων ψευδαισθήσεων υπονομεύει την προσπάθεια για έξοδο από την κρίση.

Το Μνημόνιο απέτυχε ή δεν εφαρμόστηκε;

Κατ’ αρχάς η Συμφωνία απέτρεψε τη χρεοκοπία, η οποία τον Απρίλιο του 2010 θα ήταν αναπόφευκτη. Από την άλλη πλευρά δεν εφαρμόσθηκαν βασικοί όροι που αποδυνάμωσαν σοβαρά το συνολικό αποτέλεσμα. Πώς μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι απέτυχε κάτι το οποίο εφαρμόστηκε μόνο αποσπασματικά; Χωρίς να θέλω να αγνοήσω ή και να υποβαθμίσω τα όποια θετικά βήματα, θα θυμίσω ότι το κράτος δεν περιορίσθηκε όσο έπρεπε, ιδιωτικοποιήσεις δεν έχουν καν ξεκινήσει, άχρηστοι και κοστοβόροι οργανισμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, ορισμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες δεν υλοποιήθηκαν και έμειναν στα χαρτιά... Οι καθυστερήσεις και οι παραλείψεις έπληξαν και πάλι την αξιοπιστία της χώρας, με αποτέλεσμα νέα έξαρση της αβεβαιότητας και αυξημένη δυσπιστία των αγορών και των εταίρων - δανειστών μας. Η κλεψύδρα έχει φτάσει πια πολύ κοντά στο τέλος. Γι’ αυτό και πρέπει να αντιδράσουμε άμεσα και δυναμικά. Η υιοθέτηση του πλαισίου δημοσιονομικής προσαρμογής είναι το πρώτο βήμα. Αλλά δεν αρκεί. Οπως έχω τονίσει ήδη από τις αρχές Απριλίου, χρειάζεται μια ισχυρή επανεκκίνηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, που θα καλύψει γρήγορα τις υστερήσεις και θα της δώσει ορμή. Τώρα πρέπει να πείσουμε με πράξεις ότι η Ελλάδα δεν θέλει να αυτοκαταστραφεί. Να φύγουμε από τη ρητορεία και να πάμε στη μεταρρυθμιστική δράση.

"αν από το 2000 μέχρι το 2010 δεν είχε αυξηθεί η απασχόληση
στον δημόσιο τομέα και οι μισθολογικές προσαρμογές στο Δημόσιο 
δεν υπερέβαιναν τον πληθωρισμό, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν κατά 31 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο"

Πολλοί υποστηρίζουν ότι εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής σε μια οικονομία σε ύφεση, το αποτέλεσμα είναι να βυθίζεται ακόμη περισσότερο στην ύφεση. Συμφωνείτε;

Η κρίση που περνάμε σήμερα αντανακλά το ναυάγιο ενός οικονομικού προτύπου που δεν μπορούσε να διατηρηθεί άλλο. Το πρότυπο αυτό βασίσθηκε στην τεχνητή επέκταση της ευημερίας με δανεικά και ήταν ευρύτατα αποδεκτό από την κοινωνία. Το κόστος που καλούμεθα σήμερα να καταβάλουμε αποτελεί το κόστος πράξεων και παραλείψεων του παρελθόντος. Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν είναι η βασική αιτία της ύφεσης, μολονότι την επιτείνει πρόσκαιρα. Σε κάθε περίπτωση όμως αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την υγιή εκκίνηση της ανάπτυξης. Οπως έχει δείξει και η διεθνής εμπειρία, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, όσο διατηρούνται μεγάλα δημόσια ελλείμματα και χρέη και ταυτόχρονα ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Οφείλουμε λοιπόν να κινηθούμε συντεταγμένα, γρήγορα και αποφασιστικά προς μια κατεύθυνση διαφορετική από αυτή που ακολουθήσαμε στο παρελθόν και που οδηγούσε σε ελλείμματα, στον αέναο δανεισμό και στον κρατισμό, σε όλα αυτά δηλαδή που μας έφεραν στο χείλος του γκρεμού. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στο παρελθόν. Και φυσικά για να πετύχουμε χρειάζεται να βάλουμε πλάτη όλοι: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις.