Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Γ. Προβόπουλος: Η κλεψύδρα έχει φθάσει στο τέλος

Χρειάζεται ισχυρή επανεκκίνηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας - Για να πετύχουμε χρειάζεται να βάλουμε πλάτη όλοι: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις - Υπέρτατο εθνικό καθήκον να διαφυλάξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας

συνέντευξη στον Βασίλη Zήρα

Ο χρόνος που έχει η Ελλάδα για να πείσει την Ευρωζώνη και τις αγορές ότι μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους της τελειώνει, προειδοποιεί ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γιώργος Προβόπουλος, και καλεί τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις να συμβάλλουν στην προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Ο κ. Προβόπουλος ασκεί εμμέσως κριτική στην κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι υπήρξαν καθυστερήσεις και παραλείψεις στην υλοποίηση του Μνημονίου που έπληξαν την αξιοπιστία της χώρας και ενίσχυσαν την αβεβαιότητα. Επίσης, τονίζει ότι το Μεσοπρόθεσμο σχέδιο δεν δίνει επαρκή έμφαση στον περιορισμό των δαπανών, ενώ η επιβάρυνση των φορολογουμένων έχει εξαντλήσει τα όριά της. Αναφερόμενος εμμέσως στην αντιπολίτευση επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και η συντήρηση τέτοιων ψευδαισθήσεων υπονομεύει την προσπάθεια για έξοδο από την κρίση.

Το Μνημόνιο απέτυχε ή δεν εφαρμόστηκε;

Κατ’ αρχάς η Συμφωνία απέτρεψε τη χρεοκοπία, η οποία τον Απρίλιο του 2010 θα ήταν αναπόφευκτη. Από την άλλη πλευρά δεν εφαρμόσθηκαν βασικοί όροι που αποδυνάμωσαν σοβαρά το συνολικό αποτέλεσμα. Πώς μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι απέτυχε κάτι το οποίο εφαρμόστηκε μόνο αποσπασματικά; Χωρίς να θέλω να αγνοήσω ή και να υποβαθμίσω τα όποια θετικά βήματα, θα θυμίσω ότι το κράτος δεν περιορίσθηκε όσο έπρεπε, ιδιωτικοποιήσεις δεν έχουν καν ξεκινήσει, άχρηστοι και κοστοβόροι οργανισμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, ορισμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες δεν υλοποιήθηκαν και έμειναν στα χαρτιά... Οι καθυστερήσεις και οι παραλείψεις έπληξαν και πάλι την αξιοπιστία της χώρας, με αποτέλεσμα νέα έξαρση της αβεβαιότητας και αυξημένη δυσπιστία των αγορών και των εταίρων - δανειστών μας. Η κλεψύδρα έχει φτάσει πια πολύ κοντά στο τέλος. Γι’ αυτό και πρέπει να αντιδράσουμε άμεσα και δυναμικά. Η υιοθέτηση του πλαισίου δημοσιονομικής προσαρμογής είναι το πρώτο βήμα. Αλλά δεν αρκεί. Οπως έχω τονίσει ήδη από τις αρχές Απριλίου, χρειάζεται μια ισχυρή επανεκκίνηση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, που θα καλύψει γρήγορα τις υστερήσεις και θα της δώσει ορμή. Τώρα πρέπει να πείσουμε με πράξεις ότι η Ελλάδα δεν θέλει να αυτοκαταστραφεί. Να φύγουμε από τη ρητορεία και να πάμε στη μεταρρυθμιστική δράση.

"αν από το 2000 μέχρι το 2010 δεν είχε αυξηθεί η απασχόληση
στον δημόσιο τομέα και οι μισθολογικές προσαρμογές στο Δημόσιο 
δεν υπερέβαιναν τον πληθωρισμό, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν κατά 31 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο"

Πολλοί υποστηρίζουν ότι εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής σε μια οικονομία σε ύφεση, το αποτέλεσμα είναι να βυθίζεται ακόμη περισσότερο στην ύφεση. Συμφωνείτε;

Η κρίση που περνάμε σήμερα αντανακλά το ναυάγιο ενός οικονομικού προτύπου που δεν μπορούσε να διατηρηθεί άλλο. Το πρότυπο αυτό βασίσθηκε στην τεχνητή επέκταση της ευημερίας με δανεικά και ήταν ευρύτατα αποδεκτό από την κοινωνία. Το κόστος που καλούμεθα σήμερα να καταβάλουμε αποτελεί το κόστος πράξεων και παραλείψεων του παρελθόντος. Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν είναι η βασική αιτία της ύφεσης, μολονότι την επιτείνει πρόσκαιρα. Σε κάθε περίπτωση όμως αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την υγιή εκκίνηση της ανάπτυξης. Οπως έχει δείξει και η διεθνής εμπειρία, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, όσο διατηρούνται μεγάλα δημόσια ελλείμματα και χρέη και ταυτόχρονα ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Οφείλουμε λοιπόν να κινηθούμε συντεταγμένα, γρήγορα και αποφασιστικά προς μια κατεύθυνση διαφορετική από αυτή που ακολουθήσαμε στο παρελθόν και που οδηγούσε σε ελλείμματα, στον αέναο δανεισμό και στον κρατισμό, σε όλα αυτά δηλαδή που μας έφεραν στο χείλος του γκρεμού. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στο παρελθόν. Και φυσικά για να πετύχουμε χρειάζεται να βάλουμε πλάτη όλοι: πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις.

Μα πώς φτάσαμε να μιλάμε για μη διατηρήσιμο χρέος;

Για πολλές δεκαετίες πιστέψαμε στη χίμαιρα ότι ο δημόσιος τομέας μπορεί να είναι η ατμομηχανή της κοινωνικής ευημερίας. Κι έτσι μεταφέραμε συνεχώς πόρους προς αυτόν, ξοδεύοντας και σπαταλώντας τους σε χρήσεις χαμηλού και συχνά μηδενικού κοινωνικού οφέλους. Θα σας αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: αν από το 2000 μέχρι το 2010 δεν είχε αυξηθεί η απασχόληση στον δημόσιο τομέα και οι μισθολογικές προσαρμογές στο Δημόσιο δεν υπερέβαιναν τον πληθωρισμό, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν κατά 31 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο. Επιπρόσθετα, αν το ποσοστό των φορολογικών εσόδων στο ΑΕΠ, αντί να υποχωρήσει, παρέμενε στα επίπεδα του 2000, θα υπήρχε περαιτέρω μείωση του χρέους κατά 26 μονάδες. Με άλλα λόγια, αν είχε εφαρμοσθεί μία συνετότερη και απολύτως εφικτή δημοσιονομική πολιτική στο διάστημα αυτό, το χρέος σήμερα ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ήταν κάτω από το 100%.

Λιγότερες δαπάνες, λιγότεροι φόροι

Το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα προβλέπει μείωση του ελλείμματος κατά το ήμισυ, περίπου, από τις δαπάνες και κατά το ήμισυ από τα έσοδα. Συμφωνείτε με αυτό το προτεινόμενο μείγμα;

Ηδη από το 2008 η Τράπεζα της Ελλάδος είχε τονίσει ότι η μείωση του ελλείμματος πρέπει να στηρίζεται κατά τα δύο τρίτα στην περικοπή των δαπανών και κατά το ένα τρίτο στην αύξηση των εσόδων με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Η δημοσιονομική πολιτική σε μεγάλο βαθμό έχει στηριχθεί σε φορολογικά μέτρα με άνοδο των συντελεστών. Εξάλλου και το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής, κατά τη γνώμη μου, δεν δίνει επαρκή έμφαση στον περιορισμό των δαπανών. Η συνεχής φορολογική επιβάρυνση των ήδη φορολογουμένων έχει εξαντλήσει τα όριά της. Αν γίνουν ουσιαστικά βήματα στη μείωση της φοροδιαφυγής, θα υπάρξουν εξάλλου και δυνατότητες μείωσης των φορολογικών συντελεστών, που μπορεί να δώσουν αναπτυξιακή ώθηση. Ευκαιρίας δοθείσης, όμως, θέλω εδώ να επαναλάβω κάτι που έχω ξαναπεί: Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι απαραίτητη και κρίσιμη συν τοις άλλοις και για να ενισχυθεί το αίσθημα δικαιοσύνης και να αυξηθεί ο βαθμός συναίνεσης στο πρόγραμμα προσαρμογής.

Αποκρατικοποιήσεις και κοινοτικοί πόροι

Εκτιμάτε ότι τελικά είναι δυνατόν να περιοριστεί το εύρος της ύφεσης και να τονωθούν οι αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, που είναι και το βασικό ζητούμενο;

Για να γίνει αυτό, παράλληλα με τη σταθεροποίηση, χρειαζόμαστε μια συνολική πολιτική που, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους, θα ενισχύει τις προοπτικές ανάπτυξης. Η Τράπεζα της Ελλάδος από τον Οκτώβριο του 2010 έχει προτείνει ένα συνεκτικό σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη με κύριο στόχο τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος μέσα στο οποίο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν πιο αποτελεσματικά οι επιχειρήσεις. Καθώς οι εγχώριοι πόροι που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη είναι στην παρούσα φάση εξαιρετικά περιορισμένοι, πρέπει να ενθαρρυνθεί η εισαγόμενη αποταμίευση, να προσελκυστούν δηλαδή ξένες άμεσες επενδύσεις. Σήμερα υπάρχουν δύο σημαντικές ευκαιρίες για την ενίσχυση της ανάπτυξης, που πρέπει πάση θυσία να εκμεταλλευθούμε: οι αποκρατικοποιήσεις, που θα συμβάλουν στον περιορισμό του δημόσιου χρέους και θα ενισχύσουν την εισροή ξένων άμεσων επενδύσεων, και η αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων.

Γενικότερα, η ανάπτυξη προϋποθέτει στροφή από την κατανάλωση στην αποταμίευση και την επένδυση, από τον κρατισμό στον ανταγωνισμό, στην εξωστρέφεια και την επιχειρηματική πρωτοβουλία. Προϋποθέτει, ακόμη, την ανάκτηση της απολεσθείσας ανταγωνιστικότητας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΤτΕ, η ανταγωνιστικότητά μας είχε υποχωρήσει σωρευτικά στην περίοδο 2000 - 2010 κατά 20% περίπου. Αυτή η απώλεια λειτουργεί σήμερα ως ανάχωμα στην προσπάθεια της αναπτυξιακής ώθησης. Θα πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι το πρόβλημα της χώρας είναι διφυές: τεράστιες ανισορροπίες και στον δημόσιο και στον εξωτερικό τομέα με τη μορφή μεγάλων και επίμονων ελλειμμάτων.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αφού έτσι κι αλλιώς η αναδιάρθρωση είναι αναπόφευκτη, ας γίνει τώρα, για να αποφύγουμε τουλάχιστον την ύφεση που φέρνει η δημοσιονομική προσαρμογή. Ποιες θα είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης;

Από τον περασμένο Οκτώβριο έχω εξηγήσει με σαφήνεια ότι η επιλογή αυτή δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε επιθυμητή. Οσοι υποστηρίζουν ότι η χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη, δεν λαμβάνουν υπόψη τη δυναμική των θετικών επιδράσεων που θα υπάρξουν, αν αποδείξουμε εμπράκτως ότι το πρόγραμμα επιτυγχάνει, ή καλύτερα, υπερακοντίζει τους στόχους του. Μια τέτοια εξέλιξη θα αλλάξει άρδην το κλίμα, θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης της οικονομίας, θα προσελκύσει νέους πόρους. Πέρα όμως από τη βελτίωση του κλίματος, υπάρχουν και τα αντικειμενικά δεδομένα που επιτρέπουν την πρόβλεψη ότι η δυναμική του χρέους μπορεί να αντιστραφεί θεαματικά. Αναφέρομαι στα περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού Δημοσίου, ύψους πάνω από 300 δισ. ευρώ, που θα πρέπει να συγκριθούν με τα 340 δισ. ευρώ του χρέους. Αν ένα μέρος αυτών των στοιχείων αξιοποιηθεί, όπως άλλωστε έχει δεσμευτεί να πράξει η κυβέρνηση, το χρέος μπορεί να αρχίσει να μειώνεται σύντομα και αισθητά.

Η αναδιάρθρωση δεν είναι όμως ούτε επιθυμητή, αφού οι συνέπειες θα ήταν τραγικές για το σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας. Επιπλέον, θα δημιουργούνταν ανυπέρβλητα εμπόδια στις σχέσεις μας με την Ε.Ε., που θα έθεταν σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή υπόσταση της χώρας. Γι’ αυτό είναι υπέρτατο εθνικό καθήκον να διαφυλάξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας.

Δεν κινδυνεύουν οι τράπεζες 

Κατηγορούνται οι τράπεζες ότι, παρά τις εγγυήσεις που λαμβάνουν από το κράτος, δεν χορηγούν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, επιτείνοντας την ύφεση.

Κατ’ αρχάς, να διευκρινίσω για μία ακόμη φορά ότι το όποιο πρόβλημα ρευστότητας της οικονομίας δεν προήλθε από τον τραπεζικό τομέα. Σε αντίθεση με ό,τι παρατηρήθηκε διεθνώς, στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν το δημιούργησαν οι τράπεζες αλλά η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Από τις αρχές του 2010 μέχρι και σήμερα, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν τη συνεχή μείωση των καταθέσεων και τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές λόγω των αλλεπάλληλων υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας του Δημοσίου. Χωρίς την έκτακτη παροχή ρευστότητας από το ευρωσύστημα και τις εγγυήσεις που λαμβάνουν από το κράτος, οι τράπεζες θα ήταν αναγκασμένες να επισπεύδουν την είσπραξη απαιτήσεων, να περικόπτουν την ανακύκλωση δανείων, να περιορίζουν τις ρυθμίσεις συμβάσεων που διευκολύνουν την εξυπηρέτηση παλαιών δανείων και να απορρίπτουν νέες αιτήσεις δανειοδότησης φερέγγυων πελατών. Η ύφεση δηλαδή θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη χωρίς την έστω και φειδωλή παροχή ρευστότητας στην οικονομία από τις τράπεζες.

Πρόσφατα θέσατε μια σειρά από αυστηρούς κανόνες στις τράπεζες σε ό,τι αφορά την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Εάν, δεδομένων των συνθηκών, οι τράπεζες δεν κατορθώσουν να αντλήσουν κεφάλαια από την αγορά, κινδυνεύουν;

Οι τράπεζες δεν κινδυνεύουν. Εάν διαπιστωθεί ανάγκη αύξησης κεφαλαίων και μία τράπεζα δεν μπορεί να τα συγκεντρώσει από την αγορά, θα προσφύγει στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο ιδρύθηκε ακριβώς για τον σκοπό αυτό. Το γεγονός αυτό βέβαια δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για τη μη αναζήτηση και πρόσθετων λύσεων μέσα από την αγορά. Η σημερινή πραγματικότητα είναι δεδομένη και για το μέλλον τα μηνύματα είναι σαφή. Επιβάλλεται συνεπώς οι τράπεζες να προσαρμόσουν ανάλογα το επιχειρηματικό τους μοντέλο, στηρίζοντάς το σε ολική ανασύνταξη δυνάμεων. Η αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα θα ενισχύσει σημαντικά τη συμβολή του στην αναπτυξιακή διαδικασία και θα στηρίξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Δεν υπάρχουν οδοί διαφυγής

Η ασκούμενη οικονομική πολιτική έχει δημιουργήσει σοβαρές αντιδράσεις σε μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού τα οποία δεν θέλουν ούτε να ακούν για το Μνημόνιο, ούτε καν να το συζητούν...

Οι πολίτες φαίνεται ότι αποδίδουν μεγάλες ευθύνες για την παρούσα κρίση στο σύνολο του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης που επικράτησε τα τελευταία χρόνια. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παθογένειες αυτού του συστήματος ήταν ένα σημαντικό εμπόδιο στην εφαρμογή πολιτικών που θα απέτρεπαν έγκαιρα τη σημερινή κατάληξη. Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, θα πρέπει να τονισθεί ότι κι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ανέχθηκε και συχνά τροφοδότησε τις παθογένειες αυτές, διεκδικώντας προνόμια και εξαιρέσεις από ένα συνεχώς διευρυνόμενο κράτος. Σε αυτήν την προηγούμενη κατάσταση δεν υπάρχει επιστροφή και όποιοι νομίζουν ότι αν «φύγει το Μνημόνιο» θα ξαναγυρίσουμε εκεί, κάνουν μεγάλο λάθος. Θα πρόσθετα, επίσης, ότι το Μνημόνιο αντιμετωπίζεται συχνά ως υπαίτιο των συμπτωμάτων της κρίσης και όχι ως αναπόφευκτη παρέμβαση για την αντιμετώπισή της. Δεν έχει, εξάλλου, εξηγηθεί επαρκώς ότι το Μνημόνιο περιόρισε την οξύτητα αυτών των συμπτωμάτων, η οποία θα ήταν πολλαπλάσια χωρίς αυτό.

Δηλαδή, οι πολίτες δεν είναι σωστά ενημερωμένοι; Εκτιμάτε ότι αυτό είναι το βασικό αίτιο της αντίδρασης που προβάλλεται όλο αυτό το διάστημα;

Υπάρχει πράγματι ένα σημαντικό έλλειμμα ενημέρωσης, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει μια ειλικρινής, αναλυτική και χωρίς σκοπιμότητες συζήτηση για την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και για τις συνέπειες της τυχόν αποτυχίας. Καλλιεργήθηκαν έτσι αυταπάτες για το τι είναι δυνατόν να γίνει και εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι υπάρχουν οδοί διαφυγής από τη δυσάρεστη πραγματικότητα. Τέτοιες οδοί, όμως, δεν υπάρχουν και η συντήρηση των ψευδαισθήσεων υπονομεύει τη συστράτευση της κοινωνίας στη μεγάλη προσπάθεια. Στη συστράτευση αυτή οφείλουμε όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν.

______________________
ο κ. Γιώργος Προβόπουλος είναι Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών 

(από την "Καθημερινή")

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου