Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Σιωπούν στ’ αλήθεια οι διανοούμενοι;

του Παντελη Μπουκαλα, από το "realpolitics"

Τις τελευταίες δεκαετίες, κι όσο από τη μεταπολιτευτική ευφορία οδεύαμε προς τη βαθιά κρίση, εισήχθη ένα νέο έθιμο: να τίθεται κάθε τόσο σε δραματικούς τόνους ή και με έκδηλη στηλιτευτική πρόθεση το ερώτημα «Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;» Το ερώτημα το θέτουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και εννοώ τα έντυπα, που παίρνουν τη σκυτάλη το ένα από το άλλο ή απλώς αντλούν μηχανικά από την αποθήκη των στερεοτύπων. Η τηλεόραση, βουλιαγμένη στον υπνωτιστικό κόσμο της, αλλά ταυτόχρονα και διαμορφώτρια του κόσμου στον οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε όλοι οι υπόλοιποι, δεν ασχολείται με τέτοια ζητήματα· ίσως επειδή γνωρίζει, έστω εξ ενστίκτου, ότι η «διανόηση» που πράγματι παράγει πολιτική σήμερα και η άποψή της έχει όντως την ιδιαίτερη βαρύτητα που της αποδίδουν τα λεξικογραφικά ερμηνεύματα του όρου, είναι οι τηλεοπτικές αυθεντίες.

Αν έχεις στη διάθεσή σου ένα ηγεμονικό τηλεπαράθυρο, τότε σε ένα μήνα παράγεις τόση ιδεολογία όση θα παρήγαν σε δύο ή τρία χρόνια σαράντα πέντε πανεπιστημιακοί κι εξήντα καλλιτέχνες που απλώς κάνουν καλά τη δουλειά τους μακριά από τα φώτα των προβολέων, ή δίνοντας μια συνέντευξη αραιά και πού και συναθροίζοντας, ακόμα πιο αραιά, την υπογραφή τους με άλλες υπογραφές, με την ψευδαίσθηση της «παρέμβασης στο κοινωνικό γίγνεσθαι», η οποία ενίοτε απορρέει από την πεποίθηση της υπεροχής. Και τίποτα πιθανότερο από το εξής: Σε τυχόν δημοσκόπηση, στο ερώτημα «μπορείτε να κατονομάσετε δυο – τρεις διανοούμενους;», οι αυθόρμητες απαντήσεις θα συνέκλιναν στην υπόδειξη «αναγνωρισίμων» του τηλεοπτικού χώρου, όχι κατ’ ανάγκην δημοσιογράφων που τυγχάνουν ειδησάρχες ή και εκπομπάρχες αλλά και συχνών επισκεπτών – «καθηγητών» του τηλεοπτικού «πανεπιστημίου», από την έδρα του οποίου κηρύσσουν τον λόγον της αληθείας (τους). Το ενδεχόμενο να ακουστεί το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, λ. χ., σε ένα τέτοιο δημοσκοπικό πλαίσιο, μάλλον ανήκει αποκλειστικά στον χώρο της φαντασίας.


Οσοι θέτουν το ερώτημα «σιωπούν οι διανοούμενοι και γιατί;» δεν το θέτουν καν ως ερώτημα, αφού έχουν προλάβει να απαντήσουν μόνοι τους ότι ναι, έχουμε πράγματι να κάνουμε με βαριά και άπρεπη σιωπή («παράλογη και παράδοξη» τη χαρακτήριζε πρόσφατα το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ, προσκαλώντας σε σχετική ημερίδα του υπό τον τίτλο «Κρίση και διανόηση»). Κι ωστόσο, όπως κι αν εννοήσουμε τη «διανόηση» κι όσο κι αν νιώθουμε τη ανάγκη να υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που και τη νηφαλιότητά τους να κρατούν μέσα στην τόση σύγχυση, και την ανεξαρτησία του πνεύματός τους να διατηρούν ακέραιη και την κοινωνική τους ευθύνη να αναγνωρίζουν και να τιμούν, δεν νοείται να αντιμετωπίζουμε την πάλαι ποτέ ιντελιγκέντσια σαν ένα χώρο που απολαμβάνει το εξαιρετικό προνόμιο να πορεύεται εκτός ιστορικού χρόνου και εκτός κοινωνικού τόπου. Υπήρξαν όντως στο παρελθόν, στην Ελλάδα και διεθνώς, περιπτώσεις όπου «πνευματικοί», για να τους προσδιορίσουμε (ασαφώς και πάλι) με έναν άλλο συμβατικό όρο, κατόρθωσαν να λειτουργήσουν παραδειγματικά, καθοδηγητικά, για λίγο έστω, όσο κρατούσε η έξαψη. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι μπορούμε να τους θεωρούμε εκ προοιμίου και σε οποιαδήποτε περίσταση σαν τους σοφούς και τους σαμάνους της φυλής ή της ανθρωπότητας, σαν μια εύκολα αναγνωριζόμενη και πάνδημα αποδεκτή δημογεροντία, σαν στελέχη ενός μονοφωνικού κόμματος ή ακόμα περισσότερο σαν πλάσματα υπερβατικά και μη υποκείμενα στην ιστορία.

Και στις βαριές μέρες που διανύουμε, με την κρίση να τσακίζει την καθημερινότητά μας, να εγκαθιδρύει τη μελαγχολία, να απορρυθμίζει την κοινωνία και να επιβάλλει σαν μοναδικό επιβιωτικό μοντέλο τον ατομικισμό, οι διανοούμενοι, όπως κι αν τους εννοούμε, και μιλούν και γράφουν. Ορισμένοι μάλιστα όχι απλώς μιλούν αλλά ιδρύουν και νέα πολιτικοϊδεολογικά μορφώματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης λ. χ. και οι συν αυτώ με τη «Σπίθα» τους. Αλλά, για να το θέσουμε συγκεκριμένα, πόσοι από τους θεωρούμενους διανοούμενους, και μάλιστα της Αριστεράς, θα μπορούσαν να συνυπογράψουν και να υιοθετήσουν τα μανιφέστα του θεοδωρακικού εγχειρήματος, όπου συν τοις άλλοις χρησιμοποιείται σαν μείζον επιχείρημα η φοβερή και τρομερή δήλωση του Κίσινγκερ κατά της Ελλάδας η οποία έχει προ πολλού αποδειχθεί ότι ουδέποτε έγινε;

Μιλούν λοιπόν οι διανοούμενοι. Αλλά όπως ακριβώς θα έπρεπε να αναμένουμε, δεν μιλούν με μια φωνή και, όταν γράφουν, δεν είναι της ίδιας σχολής, δεν λένε τα ίδια πράγματα και δεν μπορούν να αφήσουν ταυτόχρονα ικανοποιημένες όλες τις κοινωνικές ομάδες. Οι διαφορές τους, εμφανέστατες, συναρτώνται με το πώς εννοεί ο καθένας την κοινωνική του ευθύνη (αν και υπάρχουν και αρκετοί που έχουν φροντίσει να απαλλαγούν από τέτοιες ιδεαλιστικές «δουλείες»), καθώς και με τη θέση που έχουν ή θα ήθελαν να έχουν στο σύστημα της εξουσίας, τόσο της πνευματικής όσο και της πολιτικής. Αλλοι, το ξέρουμε, υιοθετούν ακρίτως την κατεδαφιστική άποψη που υπό το δόγμα «μαζί τα φάγαμε» καταγγέλλει απαξάπαντες τους πολίτες σαν διεφθαρμένους ή τουλάχιστον σαν νομιμοποιητές της υψηλής διαφθοράς των πολιτικών κορυφών μας. Αλλοι, και φοβάμαι ότι δεν είναι αυτοί οι περισσότεροι, επιχειρούν να εντοπίσουν τις αιτίες του κακού βαθύτερα αλλά και ψηλότερα, χωρίς να αποσιωπούν τις διαδρομές εξατομίκευσης και βολής που ακολούθησε η τηλεοπτικώς κανοναρχημένη και πελατειακώς εκμαυλισμένη κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Συνταγές σωτηρίας πάντως δεν βλέπω να έχουν, και δεν θα μπορούσαν να έχουν.

Θα ήταν λοιπόν φρονιμότερο, ή παραγωγικότερο, σύμφωνα με την κυρίαρχη ορολογία της αγοράς, να μην αντιμετωπίζουμε τους διανοούμενους σαν κοινωνικούς γιατρούς και ιδεολογικούς φαρμακοποιούς. Να τους εγκαλούμε, δριμύτατα μάλιστα, όταν χορεύουν στους ρυθμούς της κάθε εξουσίας, όταν δηλαδή με τα γραπτά ή τις ομιλίες τους αναλαμβάνουν εκθύμως τον ρόλο του διερμηνέα και αποστόλου της βούλησης της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, της τωρινής ή της αυριανής τρόικας. Είπα τη λέξη «αυριανή» και θυμήθηκα όχι μόνο τον σκαιότατο τρόπο με τον οποίο η τότε επίσημη εφημερίδα του ΠΑΣΟΚ αντιμετώπισε έναν από τους πολυτιμότερους διανοουμένους μας, τον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά και πώς αδιαφόρησαν πολλοί κυβερνητικοί οι οποίοι και τότε και έπειτα παράσταιναν όχι μόνο τους φιλοδιανοούμενους αλλά και τους διανοούμενους οι ίδιοι. Περιδεείς, συμφώνησαν (έργω ή λόγω ή εν αδρανεία και σιωπή) να παραδοθεί στην πυρά του χυδαιότερου λαϊκισμού ένας σπουδαίος άνθρωπος. Να προσβλέπουμε λοιπόν στη γνώμη των διανοουμένων, προπάντων όταν παρακολουθούν έστω και από κάποια απόσταση ένα πρότυπο αντιλαϊκιστικής ελευθεροφροσύνης και δημόσιου θάρρους σαν του Χατζιδάκι. Να μην περιμένουμε όμως από αυτούς να γίνουν ελυτικοί «σηματωροί και κήρυκες», γιατί αυτό εγκαθιστά αυτόματα ένα μεσσιανισμό νεωτερικού τύπου. Και μεσσίες ούτε χρειαζόμαστε ούτε και θα ήθελαν ποτέ να γίνουν όσοι διανοούμενοι φέρουν επάξια αυτό το βαρύ όνομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου